Επανάσταση στην Ογκολογία φέρνει η μελέτη για τη θεραπεία του καρκίνου του παγκρέατος
Γράφουν οι Σταύρος Δ. Κιοτσέκογλου Δρ Αρχαιολογίας, Σπύρος Π. Πάγκαλης Γεωλόγος, Απόστολος Θ. Τσακρίδης ανεξάρτητος ερευνητής
Ο Mεγαλιθισμός, είναι ένα φαινόμενο του προϊστορικού πολιτισμού, που κατακλύζει τις ανθρώπινες φαντασιώσεις, οι οποίες δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη μυστηριακή αύρα, που τον περιβάλλει. Η εξάπλωσή του είναι, ωστόσο, τεράστια, και είναι αδύνατο να αποδοθεί σε μία μόνο περιοχή. Πράγματι, αυτά τα μεγάλα πέτρινα έργα, με διαφορετική προέλευση, είναι παρόντα παντού. Μερικά κοινά στοιχεία που επιβεβαιώνουν οι μελετητές, είναι ότι η γένεση του μεγαλιθικού φαινομένου σε όλες τις περιοχές όπου εμφανίζεται, έχει άμεση σχέση με την εισαγωγή της γεωργίας, δηλαδή τη Νεολιθική περίοδο και επεκτείνεται σε κάποιες περιπτώσεις, έως και την ιστορική περίοδο.
Η ανάγκη ενός όρου, ο οποίος περιγράφει και ενοποιεί την ποικιλομορφία των μεγαλιθικών κατασκευών που βρέθηκαν στην Ευρώπη, αναδύεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Έτσι, ο όρος «Μεγαλιθικά Μνημεία», εισάγεται ως νεολογισμός στην επιστημονική γλώσσα, στη δεκαετία του 1870 και σήμερα, ακόμη υποδεικνύει κατασκευές από ακατέργαστες ή χονδροειδώς, επεξεργασμένες πέτρες, επιμήκεις λίθους, πλάκες και μονολιθικές κατασκευές.
Υπάρχουν τρία κύρια μεγαλιθικά πεδία στην Ευρώπη: 1) τα μεγαλιθικά μνημεία της Δυτικής Ευρώπης (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Σουηδία, Δανία, Ολλανδία, Βόρεια Γερμανία, Γαλλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Βαλεαρίδες, Σαρδηνία, για τα οποία γίνεται αποδεκτή μια μακρά περίοδος, μεταξύ του 4000 και του 2000 π.Χ., 2) τα μεγαλιθικά μνημεία του Καυκάσου (δυτικός Καύκασος και Αρμενία), που χρονολογούνται από τα μέσα της 3ης χιλιετίας μέχρι τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., (2500-1500 π.Χ), 3) τα μεγαλιθικά μνημεία των Βαλκανίων (Βουλγαρία, Ευρωπαϊκή Τουρκία, Ελλάδα), στα οποία ανήκουν τα μεγαλιθικά μνημεία της Θράκης, στο διάστημα μεταξύ του 12ου έως και 6ου αιώνα π.Χ. (Tsonev and Kolev 2012: 18). Η μελέτη των δυτικοευρωπαϊκών μεγαλίθων, άρχισε πολύ πριν τον 18ο αιώνα (Fergusson 1872), ενώ οι έρευνες στον Καύκασο, ξεκίνησαν τον 19ο αιώνα και οι Βαλκανικές, στο τέλος του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (Tsonev et al., 2012:182,183).
Μεγάλιθος, σημαίνει «μεγάλη πέτρα» και σε γενικές γραμμές, η λέξη χρησιμοποιείται, για να προσδιορίζει οποιαδήποτε τεράστια, ανθρωπογενή ή συναρμολογημένη κατασκευή ή συλλογή λίθων ή ογκόλιθων. Τυπικά, όμως, το μεγαλιθικό μνημείο αναφέρεται στη μνημειώδη αρχιτεκτονική, που κατασκευάστηκε περίπου 6.000 έως 4.000 χρόνια πριν, στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής Εποχής και της Εποχής του Χαλκού. Τα λίγα γνωστά μεγαλιθικά μνημεία που εντοπίζονται στην Ελλάδα (Νομό Έβρου, Νομό Ροδόπης (Ισμάρα), Θάσο, Σουφλί Μαγούλα (Λάρισα), Μύκονο, Νάξο), οφείλονται κυρίως στην έλλειψη έρευνας ή διάθεσης για έρευνα, όσο αφορά τον Μεγαλιθικό Πολιτισμό, και όχι στην έλλειψη μεγαλιθικών μνημείων που βρίθουν σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η περιοχή βόρεια από τα πομακοχώρια Σέλερο, Λευκόπετρα και Κιμμέρια. Πρόκειται για ένα πολιτιστικό ή πολιτισμικό τοπίο που συμφιλιώνει τους πιο κυρίαρχους δυισμούς στη Δυτική σκέψη - αυτόν της φύσης και του πολιτισμού.
Συνοπτικά: Τοπίο είναι το αποτύπωμα στο περιβάλλον των διεργασιών της φύσης και του ανθρώπου δια μέσου των αιώνων. Όταν η επέμβαση του ανθρώπου λείπει, το τοπίο είναι φυσικό και πλούσιο σε οικοσυστήματα, όταν ο άνθρωπος παρεμβαίνει με ισορροπημένο τρόπο τότε το τοπίο αποκτά χαρακτηριστικά πολιτισμικά, γίνεται cultural landscape. Το πολιτισμικό τοπίο διαμορφώνεται από ένα φυσικό τοπίο και από μια πολιτισμική ομάδα. Ο πολιτισμός είναι ο συντελεστής, τα φυσικά στοιχεία είναι ο αγγελιοφόρος, το πολιτισμικό τοπίο είναι το αποτέλεσμα (Mercadante 2016: 75).
Το φυσικό περιβάλλον του τοπίου προς έρευνα, και συγκεκριμένα βόρεια των χωριών Σέλερο, Λευκόπετρας και της κωμόπολης Κιμμερίων, εικονίζει έντονα στοιχεία γεωλογικών σχηματισμών. Συγκεκριμένα οι πλαγιές των υψωμάτων βρίθουν λίθινου υλικού, από τύπους πετρωμάτων που κυμαίνονται από πλουτώνια (γρανίτες, γρανοδιορίτες ή μονζονίτες), έως μεταμορφωμένα έντονα τεκτονισμένα πετρώματα (σχιστόλιθοι γνεύσιοι και φυλλίτες) πού λόγω του έντονου τεκτονισμού τους παρουσιάζουν σημαντική δευτερογενή υδροπερατότητα. Το φυσικό αυτό γεωλογικό τοπίο, ήταν αδύνατον να μην προκαλέσει το ανθρώπινο ενδιαφέρον για εκμεταλλεύσιμη πρώτη ύλη, καθώς ο λίθος, αποτέλεσε για τον πρωτόγονο άνθρωπο, το πρώτο υλικό που έπιασε με τα χέρια του και προσπάθησε να μάθει τα «μυστικά» του και την κατεργασία του. Τη στενή σχέση ανθρώπου και λίθου την παρατηρούμε στην κατασκευή εργαλείων, δόμων για την ανέγερση κατοικιών, λατρευτικών ή ταφικών μνημείων. Τα γεωλογικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του τοπίου, βόρεια των Κιμμερίων, της Λευκόπετρας και του Σέλερο, εμφανίζουν ιδιαίτερες φυσικές δομές, που κατά την διάρκεια του χρόνου ο άνθρωπος αναγνώρισε ως εδαφικά σημεία δύναμης που τα προσάρμοσε στις κοινωνικές και πολιτισμικές ανάγκες του, μετατρέποντάς τα σε μνημειακές κατασκευές. Η κυριαρχία λίθινων φυσικών (γεωλογικών) σχηματισμών στο τοπίο, αποτέλεσμα της φυσικής διαδικασίας σύνθεσης του εδάφους, ήταν ένα ερέθισμα για την επιχώρια ανθρώπινη παρουσία που δραστηριοποιήθηκε σε δομημένες κατασκευές, με αποτέλεσμα, το φυσικό τοπίο να δεχθεί σοβαρές ανθρωπογενείς πιέσεις και να υποστεί αλλαγές η φυσιογνωμία του ακόμη από την αρχαιότητα. Αυτή η διεπαφή μεταξύ φύσης και πολιτισμού αποτυπώνει την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση στο πέρασμα των χρόνων, που δημιουργεί ένα νέο αφήγημα για να γνωρίσουμε το περιβάλλον και τον πολιτισμό μας. Η δραστηριότητα του ανθρώπου αφήνει σημάδια στη φύση, ίχνη ανθρώπινης νοηματοδότησης που «γράφει» ο άνθρωπος στον κόσμο, που αλλάζουν τη φύση σε τοπίο. Πρόκειται για γεωαρχαιοτοπία άρρηκτα συνδεδεμένα με τη γεωαρχαιολογική ιστορία του χώρου, που διαβίωσε ο άνθρωπος. Η μεγαλιθική θρακική κληρονομιά, στη γεωμορφολογική της φυσιογνωμία μεταξύ φυσικών και τεχνιτών κατασκευών, χάρη στην ταυτοποίηση αρκετών λίθινων μνημειακών κατασκευών, μεμονωμένων ή με λίθινα συμφραζόμενα, μέχρι σήμερα αγνοήθηκε ή υποβιβάστηκε, από την περίεργη υποκειμενικότητα, τον αποκλεισμό και την ένοχη σιωπή της επιστημονικής έρευνας, συγκεκριμένων αρχαιολογικών και πανεπιστημιακών κύκλων.
Τα πολιτισμικά τοπία είναι ζωντανά τοπία, που αλλάζουν με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο ο πολιτισμός, το κλίμα και ο φυσικός περίγυρος αλλάζουν εντός και γύρω από αυτά (Icomos 2004, Icomos 2009). Απεικονίζουν δηλαδή την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας κατά την πάροδο του χρόνου, υπό την επίδραση των φυσικών περιορισμών ή δυνατοτήτων που παρουσιάζει το φυσικό τους περιβάλλον, αλλά και διαδοχικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών δυνάμεων, τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών. Ο χαρακτήρας του τοπίου αντικατοπτρίζει, έτσι, τις αξίες των ανθρώπων που το διαμόρφωσαν και που συνεχίζουν να ζουν σε αυτό. Ο ίδιος ο πολιτισμός είναι η διαμορφώτρια δύναμη (Στεργιούλης et al. 2012:1-9).
Η παρουσία Mεγαλίθων στην πολιτισμική κληρονομιά της ελληνικής Θράκης είναι μεγάλης σημασίας, γιατί τα μεγαλιθικά μνημεία δημιουργούν ένα μοναδικό δίκτυο ανεκτίμητων πολιτισμικών γεωαρχαιοτόπων, που εκλύουν μια μοναδικά μυστηριώδη αύρα, διεγείρουν τη φαντασία και συχνά προκαλούν την αίσθηση της επικοινωνίας με κάτι υπερφυσικό (Eliade 1981).
Ένας γεώτοπος (περιέχει τα γεωλογικά μνημεία ή στοιχεία ενός τόπου), που επηρεάζεται από τη δράση του ανθρώπου γίνεται γεωαρχαιολογικός χώρος, ή γαιωαρχαιότοπος, μια πραγματικότητα μετάβασης μεταξύ φυσικότητας και τεχνικότητας, που απαιτεί ακόμη περισσότερο σεβασμό, διαφύλαξη γνώσης, προστασία, για σωστή χρηστικότητα. Οι Μεγάλιθοι είναι μόνιμα παρόντες στα τοπία σε όλο τον κόσμο, και εδώ και χρόνια προσελκύουν τουρίστες με τον μυστηριώδη χαρακτήρα τους (Mercadante 2016: 75).
Γεωαρχαιοτοποθεσία: Κιόροβα
Η γεωαρχαιοτοποθεσία Κιόροβα (τουρκικά Körova, τυφλός κάμπος), όπως την αποκάλεσε ο Σαλή Ντουραλή από τα Κιμμέρια, απέχει σε ευθεία γραμμή τρία χιλιόμετρα από το Σέλερο και τη Λευκόπετρα και βρίσκεται δίπλα στο δρόμο που ανακατασκευάστηκε για τις ανεμογεννήτριες. Στην εν λόγω γεωαρχαιοτοποθεσία, εντόπισα με το συνοδοιπόρο Απόστολο Τσακρίδη, μεγαλιθικά μνημεία και εγκατάσταση αραιοκατοικημένου οικισμού, που υδροδοτούνταν από πηγές, προφανώς αέναης ροής από την αρχαιότητα. Oι πηγές-βρύσες είναι ανακατασκευασμένες σήμερα σε χώρο αναψυχής, με λίθινο υλικό (λίθινο τραπέζι και καθίσματα) από τους αυτόχθονες κατοίκους της περιοχής που αραιοκατοικείται.
Τα ιδιαίτερα γεωλογικά, βραχώδη χαρακτηριστικά της τοποθεσίας (εικ.1), νοηματοδότησε ο άνθρωπος με παρεμβάσεις του, καθώς τα αναγνώρισε ως εδαφικές δυνάμεις και τα προσάρμοσε στις κοινωνικές, πολιτιστικές ανάγκες της εποχής του. Με την λάξευση των βράχων, τους διαμόρφωσε σε μνημειακές κατασκευές, δημιουργώντας γεωαρχαιοτοποθεσίες που παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γεωαρχαιολογική ιστορία του τόπου όπου έζησε.
Περίπου 50 μέτρα νοτιοανατολικά της πρώτης πηγής-βρύσης, εντοπίζεται ερειπωμένο οικοδόμημα οι ημικατεργασμένοι δόμοι του οποίου δεν φέρουν συνδετικό υλικό Πρόκειται για κατασκευή νεοτέρων χρόνων. Ανατολικά του οικοδομήματος, υψώνονται δύο φυσικοί επιμήκεις μονόλιθοι, ένας εκ των οποίων απολήγει σε λαξευμένο θρόνο προσανατολισμένο με ακρίβεια στην ανατολή με τελετουργικό προορισμό. Βορειοανατολικά του θρόνου μια δεύτερη πηγή-βρύση αέναης ροής από την αρχαιότητα, διαμορφώθηκε σήμερα από τους αυτόχθονες κατοίκους με λίθινο υλικό και τσιμέντο σε χώρο αναψυχής, (λίθινο τραπέζι και καθίσματα). Είκοσι περίπου μέτρα δυτικά του ερειπωμένου οικοδομήματος, υπάρχει μικρό ρυάκι-χείμαρρος με νότια κατεύθυνση, στον οποίο ρέουν τα νερά των πηγών και αποστραγγίζονται τα νερά των γύρω υψωμάτων) Ανατολικά του χειμάρρου, εντοπίζονται δύο στήλες-ορθόλιθοι-menhir. H πρώτη στήλη διαμορφώθηκε από ανθρώπινο χέρι που λάξευσε τον συμφυή βράχο σε φαλλικού σχήματος στήλη ενώ ο δεύτερος ορθόλιθος στερεοποιήθηκε σε όρθια θέση με χρήση λίθινων δόμων περιμετρικά της βραχώδους βάσης στήριξής του που φέρει λαξευμένες τελετουργικές κοιλότητες. Νότια των ορθόλιθων, εντοπίζονται οριοθετημένοι χώροι με λιθοδομή, που δηλώνουν έλεγχο ή περίφραξη μιας συγκεκριμένης περιοχής προφανώς για εγκλεισμό κοπαδιών. Οι στήλες-ορθόλιθοι παραμένουν εκτός των οριοθετημένων περιβόλων.
Βιβλιογραφία
Ξενόγλωσση
Eliade 1981: M. Eliade, Traité d'histoire des religions, Paris, 1964, gr. trans. E. Tσούτη, Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών, ed. Χατζηνικολή, Αthens, 1981
Fergusson 1872: J. Fergusson, Rude Stone Monumennts in all Countries, Their Age and Uses, London, 1872
Fol - Marazov 1985: Α. Fol - I.Marazov, Thrace and the Thracians, 1977, I Traci, Italian transl. by A. Asioli, I Traci, F. lli Melita, Roma, 1985
Fol 2007: V.Fol, Rock Topoi of Faith in the Eastern Mediterranean and Asia Minor During the Antiquity in, St.Th. 10, 2007, 347-377
Francovich 1990: G. Francovich, Santuari e Tombe Rupestri dell’Antica Frigia, L’Erma, Roma, 1990
Hägg 1986: Hägg, R., Die göttliche Epiphanie im minoischen Ritual, Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts 101, 41-62.
Jacobsen 1976: Jacobsen, T., The Treasures of Darkness. A History of Mesopotamian Religion, London, Yale University Press.
Icomos 2004, Natchitoches Declaration on Heritage Landscapes, adopted at US/ICOMOS 7th International Symposium at Natchitoches, www.nps.gov/mabi/ csi/pdf/Natchitoches-Declaration-on-Heritage-Landscapes-3-04.pdf
Icomos 2009, World Heritage Cultural Landscapes, UNESCO-ICOMOS Documentation Centre.
Kroh 1996: P. Kroh, Lexikon der Antiken Autoren, Alfred Kröner Verlag in Stuttgart, Germany 1972, ελληνική μτφρ. Δ. Λυπουρλής-Λ. Τρομάρας, Λεξικό Αρχαίων Συγγραφέων, Ελλήνων και Λατίνων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη.
Kyriakidis 2005: E. Kyriakidis, Unidentified Floating Objects on Minoan Seals,
American Journal of Archaeology 109 (2005) 137–54 137
Marinatos 1990: Marinatos N., The tree, the stone and the pithos: Glimpses into a Minoan ritual. Στο Laffineur R., (ed.) Aegaeum 6: Annales d’ archeologie de la Grece antique, Liege: Universite de Liege, Histoire de l’ art et archaeologie de la Grece antique, 76-92.
Marinatos 2004: Marinatos, N. ,The Character of Minoan epiphanies, Illinois Classical Studies 29, 25-42.
Marinatos 2009: Marinatos, N., The role of the queen in Minoan prophecy rituals. Στο Nissinen, M. and Carter, C., (eds) Images and Prophecy in the Ancient Eastern Mediterranean., Gottingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 86-94.
Marinatos 2010: Marinatos, N., Minoan Kingship and the Solar Goddess: A Near Eastern koine, Urbana: University of Illinois Press.
Mercadante 2016: F. Mercadante, Il geoarcheosito protostorico rupestre di Ficuzza (Rocca Busambra Palermo) nel paesaggio cultyrale Mediterraneo, Atti del Convegno Nazionale di Turismo Geologico-Nicolosi (CT) 23-24 Settembre 2016.
Oberhummer 1921: Oberhummer E., s.v. “Kikones” (Κίκονες), RE, XI,1, 1921, 381-382.
Popham 1974: Popham, M.R., Sellopoulo Tombs 3 and 4 Two Late Minoan graves near Knossos, The Annual of British Schools at Athens 69, 195-257.
Tsonev and Kolev 2012: L. V. Tsonev and D. Z. Kolev, Bulgarian Megaliths-Present State and Future Reserch Direction, Mediterranean Arhaeology and Archaeometry, Vol. 12, No 2, 15-19
Tsonev et al. 2012: L.Tsonev, D. Kolev, Y. Dinchev, Thracian Megaliths : Typology, Construction, State, D.Spasova (ed.) Proceedings of the First International Symposium Ancient Cultures in South-East Europe and the Eastern Mediterranean, megalithic Monuments and Cult Practices, Blagoevgrad 11-14 October 2012, 182-193
Tully and Crooks 2015: C.Tully and S.Crooks, Dropping Ecstasy? Minoan Cult and the Tropes of Shamanism Time & Mind, 2015, Vol. 8, No. 2, 129–158.
Warren 1990:Warren, P., Of Baetyls, Opuscula Atheniensia 18, 193-206.
Wellmann 1897: Wellmann E., s.v. “Bistones” (Βίστονες), RE, III,1, 1897, 504-506
Ελληνική Βιβλιογραφία
Ιεροδιακόνου 2014: Ε. Ιεροδιακόνου, ΖΕΝ, Η ζωντανή σιωπή, εκδ. οσελότος, Αθήνα
Πάγκαλου 2018: X.I. Παγκάλου, Η θεώρηση του τοπίου μέσα από την σχέση φύση-πολιτισμός στην Κρήτη, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, Ορισμοί – Ερμηνείες – Παρερμηνείες – Προσανατολισμοί, Διδακτορική Διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης.
Παπαδάκη 2018: Παπαδάκη Χ., Δωμάτια με πεσσό και αποθέσεις θεμελίωσης, ΘΕΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ 2(1), 88 – 101.
Στεργιούλης et al. 2012: Ε. Στεργιούλη, Αχ. Τσιρούκης, Ευαγ. Στεργιούλη και Α. Σκόνδρα, Το πολιτιστικό τοπίο, σημαντικό μέσο Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση» Οκτώβριος 2012, Καρδίτσα, 1-9.
Στεφανάκος 2016: Στεφανάκος Κ., Τελετουργικές Παραστάσεις σε Αιγαιακά Σφραγιστικά Δαχτυλίδια της Εποχής του Χαλκού, Ρέθυμνο: διατριβή ΠΜΣ, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας Παν/μίου Κρήτης.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News