ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 1 Ιουνίου, 2019 - 10:00
ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΤΕΡΟΙ

Θύμησες από την Κομοτηνή της δεκαετίας 1960

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος
Κομοτηνή

Πώς ο "βρωμοπόταμος" Μπουκλουτζάς που "έπνιξε" την πόλη έγινε ο "χρυσοπόταμος" από τις ενισχύσεις που πήραν οι παθόντες

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Φωτογραφίες από την ομάδα στο facebook: Κομοτηνή παλιές φωτογραφίες 

Τα γεγονότα που θα αναφερθούν παρακάτω, καθώς και η καθημερινότητα της ζωής των Κομοτηναίων στην αρχή της τελευταίας 70ετίας, μπορεί να είναι πρόσφατα και να υπάρχουν στην ζωή πολλοί ακόμη που τα θυμούνται, αλλά σε μερικά χρόνια θα σβήσουν και αυτοί και οι ιστορικοί του μέλλοντος θα ψάχνουν πηγές για αναφορές. Ήταν τα χρόνια που η πόλη ξέφυγε από την φτώχεια και μπήκε σε τροχιά ανάπτυξης, τότε που η αλματώδης οικοδομική δραστηριότητα έγινε αφορμή να κατεδαφιστούν όλα τα χαμόσπιτα που εμφάνιζαν την πόλη σαν επαρχία της Ανατολίας, αλλά συνάμα να θυσιασθούν στον βωμό της τσιμεντοποίησης τα όμορφα παραδοσιακά οικήματα αληθινά στολίδια που έδιναν χρώμα και ταυτότητα, τα γραφικά πλακόστρωτα "ξηλώθηκαν", σημεία αναφοράς όπως το Χαμάμ γκρεμίστηκε για χάρη του Α' ΚΑΠΗ, η καταπράσινη πόλη με τα πάρκα που ήταν τα ομορφότερα στην Ελλάδα και τα πολλά υπόγεια νερά άρχισε να σκοτεινιάζει από τους δρόμους και τις πλατείες που στένευαν καθώς σηκώνονταν γύρω τεράστιες πολυκατοικίες και η αλόγιστη οικοδόμηση την έφερε στο σημερινό σημείο της τεράστιας κίνησης, να μην μπορούν ούτε άνθρωποι να κυκλοφορήσουν με άνεση στα στενά πεζοδρόμια, αλλά ούτε και αυτοκίνητα να κουνηθούν ή να σταθμεύσουν.

Ο ποταμός Μπουκλουτζάς που διέσχιζε την πόλη, κάποια Κυριακή βράδυ το 1960 πλημμύρισε καθώς οι δυνατές βροχές που έπεσαν στα ορεινά έλιωσαν τα χιόνια και όγκοι νερού ξεχύθηκαν στην πόλη κι έπιασαν απροετοίμαστους τους κατοίκους λίγο πριν ή και όταν έπεσαν για ύπνο στα κρεβάτια τους. Οι στέγες των σπιτιών ήταν μοναδική διέξοδος για να σωθούν, αλλά οι ζημιές που προξενήθηκαν στα καταστήματα και τις ισόγειες κατοικίες ήταν τεράστιες μέχρι και ολοκληρωτικές. Ευτυχώς, αμέσως έφθασαν στα κεντρικά σημεία πλατείες, Βενιζέλου, Ερμού με παρόδους κλπ στρατιωτικές βάρκες που με άμεση κινητοποίηση έσωσαν τον κόσμο.

Ολόκληρος ο οικισμός Ηφαίστου παρασύρθηκε και αναφέρθηκε ο πνιγμός ενός ανήλικου παιδιού μέσα από την αγκαλιά της μητέρας του. Αυτή η μεγάλης έκτασης πλημμύρα έγινε αφορμή λίγα χρόνια αργότερα, επί επταετίας να σκεπαστεί το ποτάμι και να εκτραπεί η κοίτη του έξω από την πόλη πριν την Καρυδιά. Στους ζημιωθέντες επαγγελματίες που έχασαν τις περιουσίες τους δόθηκαν παχυλές αποζημιώσεις, ύστερα από δηλώσεις που έκαναν στα Επιμελητήριά τους που ικανοποιήθηκαν στο ακέραιο χωρίς καμιά περικοπή. Δηλαδή, μετά την φοβερή ζημιά, γέλασαν τα χείλη όλων από το χρήμα που έπεσε στην αγορά. Ίσως αυτή να ήταν αφορμή της μετονομασίας του ποταμού από "βρωμοπόταμος" σε "χρυσοπόταμος" μιας και όλοι χρυσώθηκαν, πολύ περισσότερο όμως χρυσώθηκαν οι κάτοικοι των υποβαθμισμένων περιοχών που έχασαν μεν τα καλύβια τους από τα ορμητικά νερά, μη χάνοντας όμως την ευκαιρία επί μέρες να ψάχνουν τις λάσπες έξω από τα καταστήματα και ιδιαίτερα τα χρυσοχοεία, μαζεύοντας χρυσαφικά...

Πέρασαν πολλές βδομάδες από την δεύτερη καταστροφική πλημμύρα για να βρουν οι κάτοικοι τους ρυθμούς τους. Να ανοίξουν τα σχολεία, τα καταστήματα, τα γραφεία, να ορθοποδήσουν τα νοικοκυριά. Τα κεντρικά καφενεία Πάνθεο Ηλύσια και Πανελλήνιο άνοιξαν και πάλι τις πύλες τους για να δεχθούν και υποδεχθούν τους πλημμυροπαθείς που είχαν μοναδικό θέμα το κακό που τους βρήκε και πως κολύμπησαν μέσα στα παγωμένα ορμητικά νερά του Μπουκλουτζά για να επιβιβαστούν από τις στέγες των σπιτιών στις στρατιωτικές βάρκες...

Η μεγάλη πλημμύρα της Κομοτηνής αποτέλεσε ένα σταθμό που συγκλόνισε την πόλη και άλλαξε τον ρου της τοπικής ιστορίας, συμπολίτες που σώθηκαν από του χάρου τα δόντια, αλλά και βρέθηκαν χωρίς τις περιουσίες τους από την μια ώρα στην άλλη καθώς τα ορμητικά νερά τις παρέσυραν μέχρι την θάλασσα. Οι ρυθμοί όμως ξαναβρέθηκαν και η Κομοτηνή άρχισε να ξαναζεί την καθημερινότητά της από τις αρχές του 1960. Τα παϊτόνια (λαντώ) που ήταν τότε τα κυρίως μέσα μεταφοράς πηγαινοέρχονταν στον σταθμό από την πλατεία μεταφέροντας ταξιδιώτες ή φέρνοντας νέους. Οι πρώτες λιμουζίνες έκαναν την εμφάνιση τους σε κεντρικούς χώρους στάθμευσης, το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης άρχισαν να απαλλάσσουν τα σπίτια της πόλης από τις ανθυγιεινές τουλούμπες που συνήθως έβγαζαν νερό από τις αυλές του κάθε σπιτιού και δίπλα υπήρχε ο βόθρος αποχέτευσης. Τοποθετήθηκαν όμορφες βρύσες με νερό από το υδραγωγείο της πόλης που έτρεχε γάργαρο και φιλτραρισμένο από το στόμα του μπρούτζινου βάτραχου.

Άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα γραφεία τελετών με προέλευση από την Καβάλα και να γίνονται και ντόπια, βάζοντας σιγά - σιγά στο περιθώριο την ξύλινη νεκροφόρα του Δήμου με τα δύο άλογα που με την συνοδεία ιερέα μετέφερε τους συμπολίτες στην τελευταία τους κατοικία.

Η κεντρική τσιμεντένια γέφυρα που ένωνε την πλατεία με την αρχή της Βενιζέλου ήταν πάντα στο επίκεντρο ενδιαφέροντος και όλη η Κομοτηνή περνούσε από τα σημεία αυτά προκειμένου να δει τα έργα που έπαιζαν οι κινηματογράφοι ή να ρίξει μια ματιά στον πίνακα ανακοινώσεων τις ανακοινώσεις του Δήμου ή άλλων αρχών ή ακόμα και τα κηδειόχαρτα ή τα μνημόσυνα. Υπήρχε βέβαια και η ενημέρωση από τον ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής και τις τοπικές εφημερίδες αλλά και από τον γραφικό τελάλη, τον δημοτικό υπάλληλο που με το κουδούνι στο χέρι πήγαινε στα κεντρικότερα σημεία της αγοράς όπως τα ψαράδικα, τα κρεοπωλεία, εμπορικούς δρόμους και πλατείες, χτυπούσε την κουδούνα του και μόλις συγκεντρωνόταν ο κόσμος άρχιζε να διαβάζει μεγαλοφώνως τις ανακοινώσεις του.

Την χειμερινή περίοδο, κάθε Κυριακή πρωΐ οι κινηματογράφοι Αττικόν, Ποάλα και Ροδόπη είχαν πρωινές παραστάσεις έργων για παιδιά με φθηνό εισιτήριο όπως περιπέτειες, Ταρζάν και ελληνικές ταινίες που γινόταν πιο εύκολα αντιληπτές και προκαλούσαν γέλιο ή δημιουργούσαν πρότυπα για τα κορίτσια όπως με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η Λέσχη Κομοτηναίων ήταν το κατ' εξοχήν επίκαιρο κτίριο που συγκέντρωσε τον κόσμο για διασκέδαση αλλά και διάφορες άλλες εκδηλώσεις μιας και διέθετε χώρους. Όμως υπήρχαν και αρκετά κέντρα διασκέδασης, όπως η Όασις του Στέργιου Ρουμπγίδη που φιλοξένησε πολλούς γνωστούς τραγουδιστές, το Ζάππειο δίπλα στο σημερινό Ξενία, η Εκάλη στην πλατεία Στρατώνων, τα Χίλια Δέντρα. Εκεί εκτονώνονταν οι γλεντζέδες της εποχής με ονομαστό τότε τον γνωστό τύπο που κατάλαβε από νωρίς πόσο μικρή είναι η ζωή και πόσο παραπανήσιες ήταν οι πατόζες του και όποια περιουσία και οικονομία είχε τα ακούμπησε όλα στον βωμό της διασκέδασης. Η περιουσία που άφησε ήταν το πέτσινο τσαντάκι με φωτογραφίες από όμορφες τραγουδίστριες και ηθοποιούς που περνούσαν από την πόλη, στα νυχτερινά κέντρα και να τις αγκαλιάζει ή να χορεύει μαζί τους παθητικά ταγκό.

Άλλα άτομα που έμειναν για αρκετό διάστημα στο προσκήνιο ήταν ο γνωστός Νικόλας, ένας νέος χωρίς οικογένεια που αγαπούσε παράφορα χωρίς όμως ανταπόκριση την Ντόμνα, μια χυμώδη κυρία της εποχής με έντονα στήθη και οπίσθια αλλά ελαττωματικό το ένα μάτι που την πρόσδιδε όμως ιδιαίτερη σεξ απήλ εμφάνιση. Ο Νικόλας είχε και δεύτερο πάθος που ήταν το τσιγάρο που δεν έλειπε ποτέ από τα δάχτυλά του που ήταν κίτρινα από την νικοτίνη. Μονολογούσε: "Μέρα - νύχτα, εκατόν πενήντα, αχ Ντόμνα γκαβή"... Ο Νικόλας είχε τραγικό τέλος σε μια από τις χειρότερες παγωνιές της εποχής. Δεν πρόλαβε να πάει σπίτι του και σταμάτησε να κοιμηθεί κάτω από την ξύλινη γέφυρα που ήταν κοντά στην σκεπαστή αγορά της Κομοτηνής, το στενάκι δίπλα στο καφέ "Γρηγόρη". Εκεί τον βρήκαν παγωμένο. Έτσι καθιστό, με το κεφάλι στα γόνατα και τα χέρια αγκαλιάζοντας τα πόδια του θάφτηκε στο νεκροταφείο της πόλης και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ετάφη καθιστός. 

Μια ακόμη εικόνα της εποχής εκείνης από αυτές που θυμούνται οι παλιοί είναι και η εξής: Οι αφίξεις υψηλών προσώπων στην πόλη ήταν σπάνιες αλλά ο βασιλιάς Παύλος και η βασίλισσα Φρειδερίκη φαίνεται ότι μαγεύονταν από την ανατολίτικη μορφή της πόλης. Ιδιαίτερα όταν ο Παύλος έπινε τον καφέ του από έναν μαέστρο του βαρύγλυκου, τον Μολλά Μουσταφά που η σχέση του αυτή να προσφέρει τον καφέ στον "μεγαλειότατο" τον έκαναν γνωστό σ' όλη την Ελλάδα. Το καφενείο του Μολλά Μουσταφά βρίσκεται ακόμη και λειτουργεί δίπλα στην είσοδο του τζαμιού της Μουφτείας, η τέχνη του όμως δεν υπάρχει σήμερα γιατί ο καφετζής ήταν ο εξπέρ του μπρικιού και της χόβολης όπου ψηνόταν ο καφές. Το στενό μαγαζάκι που διανυκτέρευε και δεν υπήρχε διερχόμενος από την πόλη να μην το επισκεφθεί και την μέρα αλλά και την νύχτα για να ρουφήξει με θόρυβο την ζεστή γουλιά του και να τον συνοδεύσει με ναργιλέ.

Ο καφετζής ήταν γραφικότατος ανατολίτης, λεπτός, με το φέσι και το υπογένειό του, την βράκα, το σαλβάρι και το ζωνάρι του. Η διαδρομή από το καφενείο μέχρι την σημαιοστολισμένη πλατεία ήταν ιεροτελεστία. Τα μεγάφωνα διατυμπάνιζαν θούρια και εμβατήρια και ο Μολλά Μουσταφά με τον δίσκο του καφέ με το νερό της τουλούμπας διέσχιζε το πλήθος για να φθάσει στο κέντρο της πόλης όπου υπήρχε ψηλός ιστός με σημαία. Εκεί πρόσφερε τον καφέ στον βασιλιά Παύλο.

Αυτά ήταν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά γεγονότα και από τους ανθρώπους της καθημερινότητας της Κομοτηνής εκείνη την εποχή.

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Αυτοί οι  ανούσιοι  επικοινωνιακοί  καυγάδες να μην υπήρχαν στο πολιτικό μας σύστημα και ίσως όλα θα πήγαιναν καλύτερα σε αυτή τη χώρα.