fbpx Θράκη, Ανατολική Ρωμυλία (Μέρος 1)
ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2020 - 10:00
2.600 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ

Θράκη, Ανατολική Ρωμυλία (Μέρος 1)

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Η μαρτυρική πορεία των προσφύγων και η εγκατάσταση τους στη νέα πατρίδα

Τα ήθη, έθιμα και η ενδυμασία τους

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Ανατολική Ρωμυλία: Περικλείεται από τον βορρά και το νότο, με δύο μεγάλες οροσειρές, ο Αίμος και η Ροδόπη.

Ο Ηρόδοτος μας αφηγείται πως οι Θράκες ήταν "ο μέγιστος λαός της γης μετά τους Ινδούς" και είχαν συγγένεια με τους Έλληνες. Επίσης θρησκεία τους ήταν ίδια περίπου με εκείνη των Ελλήνων. Στα θρακικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας από τον 7ο και τον 6ο αιώνα π.Χ. δημιουργούνται πολλές ελληνικές πόλεις. Τότε ιδρύονται η Σωζόπολη, η Μεσημβρία, η Αγχίαλος και πολλές άλλες.

Αργότερα στα βυζαντινά χρόνια δημιουργούνται ο Πύργος, η Αγαθούπολη, το Βασιλικό και άλλες.

Η γειτνίαση με την Κωνσταντινούπολη, το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας, η αλιεία και οι πλούσιες σε παραγωγή πεδιάδες της ενδοχώρας συντελούν στο να ακμάζει συνεχώς ο Ελληνισμός της περιοχής και να γίνεται μια μίξη Ελλήνων και Θρακών.

Στο τέλος του 5ου μ.Χ. αιώνα εμφανίζονται οι πρωτοβούλγαροι, οι πρόγονοι τους ξεκίνησαν από την Μογγολία, και προχωρώντας αναμίχθηκαν με διάφορα Σλαβικά φύλα και μένοντας για κάποιο χρονικό διάστημα στην Βεσσαραβία, Ουγγαρία και Δακία, φθίνουν στις εκβολές του Δούναβη, όπου εγκαθίστανται οριστικά στην Μοισία, την σημερινή βόρεια Βουλγαρία. Την εποχή εκείνη, στην Μοισία, κατοικούσαν ορισμένοι Θράκες, Ιλλύριοι και μερικά Σλαβικά φύλα. Τα Σλαβικά φύλα σιγά - σιγά συγχωνεύθηκαν με τους Βουλγάρους και αποτέλεσαν ένα έθνος. Οι σημερινοί Βούλγαροι είναι μίγμα Σλάβων και Μογγόλων.

Τον 6ο αιώνα ο βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πωγωνάτος μετά από κάποιες μάχες αναγκάστηκε να παραχωρήσει στους Βουλγάρους την Δομβρουτσά και να αναγνωρίσει ως βασιλιά τους τον Ασπαρούχ. Αυτή ήταν η αρχή της ίδρυσης του βουλγαρικού κράτους.

Κάποια στιγμή ο βασιλιάς των Βουλγάρων Κρούμμος κατέλαβε τον Πύργο, την Αγχίαλο, την Σηλυβρία, την Ηράκλεια και την Αδριανούπολη. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο επίσκοπος Μανουήλ, ο οποίος το 814 μ.Χ. κήρυξε τον χριστιανισμό στους Βουλγάρους, βαφτίζοντας μάλιστα και τον βασιλιά των Βουλγάρων Βογόρη. Έκτοτε οι Έλληνες είχαν άλλοτε καλές και άλλοτε κακές σχέσεις με του Βουλγάρους. Μέχρι που καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς. 

Το 1870 με πρωτοβουλία των δυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, φοβούμενοι την κάθοδο των Ρώσων στην Μεσόγειο, συγκλήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου. Αρχιτέκτονας της Συνθήκης του Βερολίνου ήταν ο Άγγλος πρωθυπουργός εβραϊκής καταγωγής Ντισραέλι. Οι Οθωμανοί επειδή τους βόλευε η Συνθήκη αυτή έδωσαν τότε δώρο στους Άγγλους την Κύπρο.

Η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν να δημιουργηθεί ένα μικρό πριγκιπάτο της Βουλγαρίας αλλά και η ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας. Ο όρος "Ρωμυλία" έχει τουρκική προέλευση και σημαίνει Ρουμ-Υλί χώρα των Ρωμαίων, όπως ονομάζονταν οι χριστιανοί επί Βυζαντίου. Γενικός διοικητής ορίστηκε ο Αλέκος Βογορίδης από Έλληνα πατέρα και Βουλγάρα μητέρα, πρωτεύουσα ήταν η Φιλιππούπολη και υπήρχε ισοπολιτεία στην διοίκηση, του ελληνικού, του τουρκικού και του βουλγαρικού στοιχείου.

Όλες οι παράλιες ελληνικές πόλεις στις οποίες αναφερθήκαμε βρίσκονται πλέον μέσα στα όρια της ηγεμονίας.

Το κράτος αυτό δεν είχε μεγάλη διάρκεια ζωής, μετά από λίγα χρόνια βουλγαρικός στρατός εισβάλει, καταλύει την ηγεμονία και ιδρύει το κράτος της Νοτίου Βουλγαρίας το οποίο και αυτό ύστερα από λίγο ενσωματώνεται στην Βουλγαρία. Εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες και οι διωγμοί των Ελλήνων της περιοχής. Τα σκληρά μέτρα, η βουλγαρική προπαγάνδα και οι βιαιότητες κατά των Ελλήνων επιδεινώνονται. Το μίσος μεγάλωνε.

Έτσι με την Συνθήκη του Νεϊγύ, που υπεγράφη τον Νοέμβριο του 1919, που την υπόγραψε ο Ελ. Βενιζέλος, "προς χάρη των εθνικών συμφερόντων", όπως είπε έγινε η (δήθεν) εθελουσία ανταλλαγή των πληθυσμών.

Από τότε μέχρι το 1925 οι πρόσφυγες κατά κύματα άρχισαν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους και να εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Μετά το 1925 όσοι Έλληνες έμειναν πίσω καλούνται να υπογράψουν μια ομολογία ότι είναι Βούλγαροι και όχι Έλληνες. Όσοι δεν δέχθηκαν να υπογράψουν τους συλλάμβαναν επιτρέποντας τους να πάρουν ότι χωράει σε δύο βαλίτσες και να αναχωρήσουν αμέσως για την Ελλάδα. Για όσους έμειναν άρχιζε η δύσκολη πορεία, χωρίς σχολεία, χωρίς εκκλησίες, χωρίς βοήθεια από την Ελλάδα.

Όταν το 1925 ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ξεκίνησαν τα καραβάνια των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία για την μητέρα Ελλάδα, στην τελευταία στροφή του δρόμου, κοίταξαν για στερνή φορά πίσω και σφράγισαν στην καρδιά τους την τελευταία ανάμνηση από τα χώματά τους.

Άλλοι πήγαιναν πεζοί με τα κοπάδια των ζωντανών τους, άλλοι φορτωμένοι πάνω σε κάρα  που τα έσερναν άλογα, βόδια ή βουβάλια, και άλλοι πάλι στοιβαγμένοι μέσα στα βαγόνια των τρένων, άνθρωποι και ζώα μαζί, αφήνοντας πίσω όλη την περιουσία τους και κουβαλώντας, μονάχα την τιμιότητα, την εργατικότητα, τα ήθη, τα έθιμα και την παράδοση.

Η προσφυγική ζωή ήταν δύσκολη τα πρώτα χρόνια. Η γη ήταν χέρσα και οι συνθήκες διαβίωσης, μέσα στα αντίσκηνα ήταν άθλιες. Η ελονοσία και οι διάφορες άλλες αρρώστιες, τους μάστιζαν, αλλά δεν κάμφθηκε το ηθικό τους, γιατί είχαν μέσα βαθιά ριζωμένη την πίστη στον Θεό και την αγάπη τους προς την μητέρα Ελλάδα. Ήταν εργατικοί και τίμιοι, και ήξεραν πως όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες, θα τα κατάφερναν να επιβιώσουν.

Τα αντίσκηνα, που τους φιλοξένησαν τον πρώτο καιρό, άρχισαν να τα αντικαταστούν με σπίτια. Έτσι ετοίμασαν ξύλινα καλούπια, και μέσα εκεί έβαζαν την λάσπη που την έφτιαχναν από χώμα, νερό και άχυρο, αφού στέγνωναν, βοηθώντας ο ένας τον άλλον έχτιζαν τους τοίχους από τα σπίτια τους. Για σκεπή χρησιμοποιούσαν το σάζι ή τις καλαμιές. Το δάπεδο του το άλειφαν οι νοικοκυρές με κοκκινόχωμα.

Όλοι τρώγανε στον σουφρά που ήταν ένα χαμηλό στρογγυλό τραπέζι, καθήμενοι γύρω του στο πάτωμα. Το πρωινό τους φαγητό ήταν συνήθως ο τραχανάς. Τον τραχανά τον ετοίμαζαν τον Οκτώβρη και ήταν φτιαγμένος με αλεύρι, που το έκαναν ζυμάρι, το έκοβαν κομματάκια, το άπλωναν πάνω σε τραπεζομάντιλα, και όταν στέγνωνε το έτριβαν στο κόσκινο. Άλλο φαγητό ήταν το κατσιαμάκι, τα ρουσνίτσια και οι κατμάδες. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με ψάθες η κουρελούδες. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με ασβέστη και λουλάκι, σε χρώμα ουρανί.

Εκτός από το κυρίως σπίτι υπήρχε ο στάβλος για τα ζώα, ο αχυρώνας όπου φύλαγαν τις ζωοτροφές και η κοτσίνα για τα γουρούνια. Η κάθε οικογένεια έτρεφε από ένα γουρουνόπουλο το οποίο έσφαζαν τα Χριστούγεννα και εξασφάλιζαν το λίπος και το κρέας της χρονιάς.

Έφτιαχναν τον καβουρμά, τα κιμπάπια, τα σιουτζιούκια, την καρκαβίτσα και τον παστό. Είχαν επίσης και το κοτέτσι για τις κότες και τις γαλοπούλες.

Το νερό το κουβαλούσαν από την βρύση στο χωριό πάνω στον ώμο, με την γκουμπλίτσα, που ήταν ένα μακρύ ξύλο, που στις δύο άκρες κρεμούσαν τα μπακιρένια δοχεία για το νερό. Όταν επρόκειτο να κτίσουν το σπίτι τους, θυσίαζαν έναν κόκορα. Από το αίμα του, έριχναν λίγες σταγόνες στις τέσσερις γωνίες μαζί με λίγο αγιασμό. Τον κόκορα τον μαγείρευαν με ξινό λάχανο ή με μπλιγούρι και φίλευαν τους μαστόρους. Όταν τελείωνε το σπίτι ο αρχιμάστορας κάρφωνε στην κορυφή έναν σταυρό, όπου ο νοικοκύρης κρεμούσε πετσέτες, πουκάμισα και τους κερνούσε κρασί.

Όταν έγινε ο αναδασμός και τους έδωσαν τα χωράφια. Το όργωμα το έκαναν με το πλούχου (σιδερένιο υνί) που το έσερναν δύο ζώα, στη συνέχεια το περνούσαν με τη σβάρνα να διαλύσουν τα τιζέκια. Μόλις ωρίμαζαν τα σπαρτά άρχιζε ο θερισμός. Ο θερισμός γινόταν με το δρεπάνι. Θέριζαν και τις καλαμιές τις έφτιαχναν δεμάτια βάζοντας τες την μια πάνω στην άλλη φτιάχνανε τις θυμωνιές, τα ντιγκουρτζίνια.

Ακολουθούσε το αλώνισμα με την ντουκάνα. Ήταν μια μεγάλη ξύλινη τάβλα, που στο κάτω μέρος είχε μπηγμένες αιχμηρές πέτρες, που τις έσερνε ένα ζώο, πάνω στην απλωμένη σοδιά, στο αλώνι. Πάνω στην ντουκάνα στεκόταν όρθιος ο γεωργός που παρακινούσε το ζώο να γυρίζει κυκλικά πάνω στην σοδειά για να τρίβεται και να ξεχωρίζει ο καρπός.

Τα καλαμπόκια πάλι είχαν άλλη διαδικασία. Όταν ωρίμαζαν έκοβαν τα κοτσάνια και τα κουβαλούσαν στις αυλές των σπιτιών τους, εκεί τα βραδάκια μαζεύονταν οι νέοι και οι νέες, και έκαναν τις αξέχαστες μιντζιές (νυχτέρια) όπου ξεσπυρίζοντας το καλαμπόκι, τραγουδώντας και φλερτάροντας μεταξύ τους. Η μιντζιά, ήταν όχι μόνο ένα είδος αλληλοβοήθειας, αλλά έδινε την ευκαιρία να βρεθούν τα αγόρια με τα κορίτσια.

Άλλο είδος επικοινωνίας ήταν και οι χοροί στην πλατεία του χωριού τις γιορτινές μέρες.Οι συνήθεις χοροί ήταν: Η μπαϊντούσκα, ο ζωναράδικος, ο καρσιλαμάς, ο καστρινός, το ποδαράκι και ο τσέστου).

Γιορτές και τραγούδια: Οι Έλληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενοι και γιόρταζαν με ευλάβεια τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Οι χριστουγεννιάτικες γιορτές ήταν: Τα Κάλαντα (Κόλιντα), τα Σούρβα και η Τριστιάλκα.

Τα Κάλαντα: Κάλαντα λέγανε τα Χριστούγεννα, Αγίου Βασιλείου και των Θεοφανείων. Με τα χρόνια όμως, ο όρος διευρύνθηκε και περιελάμβανε και τραγούδια που λέγονται την Κυριακή του Λαζάρου, των Βαΐων, την Μεγάλη Πέμπτη και την Μεγάλη Παρασκευή.

Τα Κόλιντα: Η λέξη Κόλιντα, λέγεται ότι ήταν το όνομα της "μαμής" που ξεγέννησε την Παναγία. Μάλιστα την έψαχναν οι άνθρωποι να την βρουν για να βοηθήσει την Παναγία να γεννήσει τον Θεάνθρωπο. Γι' αυτό το βράδυ της 23 Δεκεμβρίου, τα παιδιά πήγαιναν στα σπίτια και τραγουδώντας την γέννηση του Χριστού, φωνάζοντας Μπάμπου Κόλιντα. Επίσης την παραμονή των Χριστουγέννων, κάθε νοικοκυρά ετοίμαζε τα εννιά φαϊά που συμβόλιζαν τους εννέα μήνες κυοφορίας της Παναγίας. Πριν φάνε ο νοικοκύρης, θυμιάτιζε το τραπέζι, όλη την οικογένεια, το σπίτι και τον στάβλο. Αφού έτρωγαν το τραπέζι παρέμενε στρωμένο όλη τη νύχτα για να φάει και η Παναγία. Στη συνέχεια χόρευαν και γλεντούσαν.

Σούρβα: Τα Σούρβα τα γιόρταζαν οκτώ μέρες μετά την γέννηση του Χριστού. Είναι εβραϊκή σύνθετη λέξη, Ιησού και Ρβα που σημαίνει να βαπτιστεί ο Ιησούς. Η εντολή του Αρχάγγελου Γαβριήλ ήταν ότι έπρεπε την όγδοη ημέρα να βαπτιστεί και να του δώσουν το όνομα Ιησούς. Έτσι οι πιστοί φώναζαν μέχρι την ώρα της περιτομής: Ιησού-Ρβα, Ιησού-Ρβα που σημαίνει να βαπτιστεί Ιησούς.

Η ημέρα της Μαμής: Η ημέρα της Μαμής ή της Μπάμπως, είναι ένα πανάρχαιο έθιμο της Ανατολικής Ρωμυλίας που γιορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου. Την ημέρα αυτή, γιορτάζουν όλες οι γυναίκες και επικρατεί γυναικοκρατία. Είναι ένα παράξενο θρακικό έθιμο που ξεκινάει από τους Παίονες την Διονυσιακή λατρεία και σχετίζεται στενά με τα Θεσμοφόρια. Την ημέρα αυτή, ήταν η γιορτή της Ευφορίας, οι γυναίκες παρακαλούσαν για γονιμότητα, όχι μόνο για τα χωράφια, αλλά και για τον εαυτό τους.

Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα: Ο Άγιος Τρύφων γιορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου και απεικονίζεται στο ένα χέρι να κρατάει δρεπάνι και στο άλλο σταυρό. Σύμφωνα με την παράδοση λέγεται ότι μια μέρα αγνοώντας ότι είναι γιορτή, πήγε με το κλαδευτήρι να κλαδέψει το αμπέλι του, ενώ κλάδευε, εμφανίστηκε η Παναγία και του είπε: Δεν ξέρεις πως σήμερα είναι γιορτή και δεν κάνει να κλαδεύεις. Μάλιστα έκοψε κατά λάθος και το πηγούνι του που του το γιάτρεψε η Παναγία. Γι' αυτό και την ημέρα αυτή την γιορτάζουν και δεν πηγαίνουν στα χωράφια. Η ημέρα αυτή είναι των αμπελουργών. Πηγαίνουν στην εκκλησία, παίρνουν αγιασμό και τον μεταφέρουν στα αμπέλια τους ρίχνοντας στα τέσσερα σημεία λίγο αγιασμό να είναι ευλογημένη η σοδειά. Στη συνέχεια το ρίχνουν στο φαγοπότι και στο γλέντι.

Ουάζαρ'ς (Λάζαρος): Το Σάββατο του Λαζάρου τα κοριτσάκια στόλιζαν ένα καλαθάκι με λουλούδια της Άνοιξης και γύριζαν στα σπίτια όπου τραγουδούσαν και μάζευαν τ' αβγά για την Λαμπρή. Οι νοικοκυρές αφού απολάμβαναν το τραγούδι των Λαζαρίνων, τις έδιναν αβγά, καραμέλες και σπάνια χρήματα. Την Μεγάλη Εβδομάδα οι νοικοκυρές την κόκκινη Πέμπτη έβαφαν τα αβγά και έπλαθαν τα κουλουράκια. Το πρώτο κόκκινο αβγό το τοποθετούσε η νοικοκυρά στο εικονοστάσι, αντικαθιστώντας το αβγό της προηγούμενης χρονιάς.

Ο Κλήδονας: Γιορταζόταν από νεαρά κορίτσια στις 24 Ιουνίου. Την παραμονή πήγαινε ένα κορίτσι και έφερνε το αμίλητο νερό στο σπίτι όπου γινότανε ο Κλήδονας. Το βάζανε σε μια στάμνα, και εκεί μέσα έριχναν όλα τα κορίτσια από ένα σημάδι τους, ένα δαχτυλιδάκι, ένα σκουλαρίκι και σκέπαζαν την στάμνα με ένα κόκκινο πανί, ύστερα την άφηναν όλη τη νύχτα να μείνει έξω, βάζοντας την μέσα στο σπίτι την άλλη μέρα. Το απόγευμα το ίδιο κορίτσι έβγαζε ένα - ένα τα μικροαντικείμενα τα λεγόμενα ριζικάρια και έκανε τις προβλέψεις.

(Η συνέχεια στην έκδοση του Σαββάτου 18 Ιουλίου 2020)

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Ποτέ δεν είναι αργά και έτσι εν μέσω του καλοκαιριού βγήκαν τα αποτελέσματα και αναρτήθηκαν οι πίνακες στην ιστοσελίδα του ΕΟΔΥ, με προσλήψεις διαφόρων ειδικοτήτων, υγειονομικού προσωπικού κυρίως, για τη στε