ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 9 Νοεμβρίου, 2019 - 10:00
ΜΕ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Ιστορία προσφύγων Αιγείρου και Μεσσούνης

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Δίπλα στην Αίγειρο το 1332 απέκρουσε ο Ανδρόνικος Γ' Κομνηνός τον Ομούρ Πασά. Στον πόλεμο του 1940 οκτώ ήρωες έδωσαν το αίμα τους για την πατρίδα και ένας ιερέας μαρτύρησε επί βουλγαρικής κατοχής

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Η παρουσίαση της ιστορικής διαδρομής των κατοίκων του οικισμού της Αιγείρου και της Μεσσούνης βρίσκεται μέσα στο εξαιρετικό βιβλίο της φιλολόγου Μαρούλας Ισπυρίδου με καταγωγή από την Αίγειρο. Με αφορμή τις αξέχαστες πατρίδες τους, παρακολουθούμε τους πρόσφυγες να δίνουν έναν αγώνα επιβίωσης για το δυναμικό ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Λόγω πληθώρας στοιχείων αλλά στενότητας χώρου θα αναφερθούμε μόνο με ορισμένες «πινελιές» από τον ξεριζωμό και την εγκατάστασή τους.

Το 1927 η Αίγειρος ιδρύθηκε από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων που την αποτελούσαν 195 προσφυγικές οικογένειες που κατάγονται:

  1. 91 από την Ανατολική Ρωμυλία (βόρεια Θράκη), οι 88 από το Καβακλή και οι 3 από τις Καρυές.
  2. 85 από την Ανατολική Θράκη, οι 34 από το Μούζαλη (Μοσχίνα), οι 13 από το Τσιφλίκιοϊ (Βερύνη), οι 22 από το Γιουβαλή (Καλημέριο), οι 5 από το Ακ-πινάρ (Άγιος Ιωάννης Βιζύης), οι 4 από Μπουνάρ Χυσάρ (Βρύση), οι 4 από Λουλέ Μπουργκάζ (Αρκαδιούπολη) και μεμονωμένες οικογένειες από διάφορα άλλα μέρη.
  3. 17 από τον Πόντο,
  4. 2 από την Μικρά Ασία.

Το Καβακλή είναι μια κωμόπολη της Ν.Α. Βουλγαρίας. Στην περιοχή υπήρχαν πολλές λεύκες εξ' ου και η ονομασία του Καβακλή (τουρκικά καβάκ = λεύκη). Το 1934 μετονομάσθηκε σε Τοπόλοβγκραντ (βουλγαρικά τόπολο = λεύκη).

Στο Καβακλή μέχρι το 1925 κατοικούσαν αποκλειστικά Έλληνες που μετανάστευσαν στην Ελλάδα, με την Συνθήκη του Νεϊγύ.

Γύρω από το Καβακλή, βρίσκονται έντεκα χωριά, που κατοικούνταν επίσης μέχρι την ανταλλαγή από Έλληνες. Οι Έλληνες κάτοικοι που είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα, το ίδιο γλωσσικό ιδίωμα, την ίδια περίπου φορεσιά. Έτσι διατηρούσαν ακέραια την ελληνική συνείδηση και την γλώσσα τους. Στην περιοχή αυτή κατοικούσαν Θράκες Οδρύσες που ήδη είχαν εξελληνιστεί. Το Καβακλή είχε τρεις συνοικίες, σε κάθε συνοικία υπήρχε και μια εκκλησία με τρεις ιερείς, στα προαύλιά τους λειτουργούσαν νηπιαγωγεία.

Στην διάρκεια της αυτονομίας και ως το 1906 λειτουργούσε στο Καβακλή επτατάξιο ελληνικό σχολείο. το 1906 το ελληνικό σχολείο αντικαταστάθηκε από το βουλγαρικό. Όλοι οι μαθητές υποχρεωτικά διδάσκονταν μόνο στην βουλγαρική γλώσσα.

Το εμπόριο στο Καβακλή ήταν στα χέρια των Ελλήνων. Το 1900 είχε πάνω από 8.000 κατοίκους.

Οι Καβακλιώτες επίσης ασχολούνταν και με την γεωργία, την αμπελουργία, την σηροτροφία και την κτηνοτροφία. φημισμένα ήταν το κρασί και το τσίπουρό τους. Από το Καβακλή έφερναν μαζί τους στην νέα τους πατρίδα αμπελόβεργες από τις εξαιρετικές ποικιλίες των σταφυλιών. Εξέτρεφαν επίσης πολλά ζώα, αγελάδες, βουβάλια, πρόβατα.

Υπήρχαν διάφορα καταστήματα, μύλοι, ξενοδοχεία, χρυσοχοεία, καφενεία. Στην αρχή του 20ού αιώνα εκδίδονταν και εφημερίδες «Καβακλή», «Σακάρ», «Ηχώ», «Λαός».

Δήμαρχος στο Καβακλή από το 1912 έως το 1918 και από το 1920 ως το 1924 εκλεγόταν ο Νίκος Σιανίδης, ο οποίος το 1925 εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή. Ο γιος του Χρήστος από το 1955 ως το 1967 εκλεγόταν βουλευτής του νομού Ροδόπης με την Ε.Ρ.Ε.

Από τους εγκατασταθέντες στην Αίγειρο συμμετείχαν κατά καιρούς στο Δημοτικό Συμβούλιο του Καβακλή: Ο Ηλίας Γ. Πατρώνας (Πατρωνίδης), ο Γκέτα Μπαλκουρανίδης, ο Πασχάλης Πυργίδης, ο Δημήτρης Ν. Σαλίκας, ο Μαρίνος Κ. Παπάζογλου, ο Ιωάννης Δ. Γιπατούδης, και ο Κωνσταντίνος Μ. Παπάζογλου.

Την κοινωνική υπεροχή των Καβακλιωτών και το βιοτικό τους επίπεδο μπορεί και σήμερα να το διαπιστώσει ο επισκέπτης εκεί. Τα όμορφα μεγάλα σπίτια που πολλά κατοικούνται, καθιστούν έντονη την ελληνική παρουσία. Το σπίτι του Χρήστου Παπάζογλου δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Το σπίτι του Βλαϊκούδη στεγάζει σήμερα το Μουσείο.

Οι περισσότεροι Καβακλιώτες έφυγαν το Πάσχα του 1925. Οι πιο πολλές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα Κουφάλια και στο Αιγίνιο. 90 εγκαταστάθηκαν στο αγρόκτημα Κιρ Τσιφλίκ, αφού προηγουμένως μια επιτροπή (Δ. Σαλίκας, Ι. Γκιμπατούδης,. Δ. Γκορίδης και Η. Πατρωνίδης) έλεγξε το μέρος και το βρήκε κατάλληλο για εγκατάσταση.

Μια άλλη ομάδα 34 οικογενειών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Αίγειρο, ήταν από το Μούζαλη Κεσσάνης. Τώρα εκεί κατοικούν Τούρκοι από την Δράμα.

Στο χωριό υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, τώρα έχει γκρεμιστεί. Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του έκαναν «κουρμπάνι», έσφαζαν αρνιά, τα έβαζαν στα μεγάλα καζάνια και αφού τα ευλογούσε ο ιερέας, μοίραζαν το βρασμένο κρέας σ’ όλους τους κατοίκους του χωριού. Το έθιμο αυτό τηρείται μέχρι σήμερα στην Αίγειρο.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Το 1920 το Μούζαλη μετονομάσθηκε από την συσταθείσα Επιτροπή Μετονομασίας σε Μοσχίνα. Σήμερα ονομάζεται Τσομπάν Τσεσμέ (βρύση του βοσκού).

Τον Οκτώβριο του 1922 οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την γενέτειρά τους. Φόρτωσαν στη βοϊδάμαξα τα απαραίτητα (ρούχα, τρόφιμα) και ξεκίνησαν για την ελεύθερη Ελλάδα. Σε ένα βοϊδόμαξο (του Μανάκα) τοποθέτησαν τις εικόνες και τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας. Όταν εγκαταστάθηκαν οριστικά στο νέο τους οικισμό τα αφιέρωσαν όλα στον Άγιο Αθανάσιο.

Στον δρόμο της προσφυγιάς ορισμένοι εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Λουτρός Αλεξανδρούπολης, ενώ οι περισσότεροι στον οικισμό Κρι Τσιφλίκ (Αίγειρο).

Μια άλλη ομάδα προσφύγων από την Βιζύη της Ανατολικής Θράκης που εγκαταστάθηκαν στην Αίγειρο είναι 22 οικογένειες από το Γιουβαλή (Τουρκ Φωλιά). Είναι κτισμένο στις όχθες του παραποτάμου του Εργίνη ποταμού, Ανά Ντερέ. Ήταν ελληνικό χωριό. Το 1903 είχε 800 Έλληνες κατοίκους. Οι κάτοικοί του ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.

Το 1914 με τους διωγμούς των Τούρκων, οι περισσότεροι κάτοικοι έφυγαν. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Σερρών, στην Σίνδο και άλλοι στην Θράκη. Το 1920 με την απελευθέρωση της σχεδόν όλοι επέστρεψαν πίσω. Το Γιουβαλή μετονομάσθηκε σε Καλλημέριο. Το 1922 όμως όπως όλοι οι Ανατολικοθρακιώτες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Έκαναν πολλές μέρες μέχρι να φτάσουν στο ελληνικό έδαφος. Είχαν ξεκινήσει άλλοι με βοϊδάμαξες και άλλοι με τα πόδια, ακολουθώντας το δρομολόγιο προς την Αδριανούπολη. Από εκεί περνώντας την γέφυρα του Κάραγατς έφτασαν στην Αλεξανδρούπολη και μετά στην Κομοτηνή. Μερικές οικογένειες συγγενείς μεταξύ τους εγκαταστάθηκαν το 1927 στο νέο οικισμό Κιρ Τσιφλίκ (Αίγειρο). Άλλοι στις Σέρρες και πολλοί στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης.

Μια άλλη ομάδα 13 οικογενειών ήταν από την Ανατολική Θράκη από την Αρκαδιούπολη (Λουλέ Μπουργκάζ) από το χωριό Τσιφλίκιοϊ (Βερώνη). Το 1878 είχε 900 κατοίκους και 1 σχολείο. Υπήρχε εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους.

Οι κάτοικοί του είχαν «ρίζες» από την Ήπειρο. Ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Μετέφεραν τα προϊόντα τους στην Ραιδεστό (Τεκί Νταγ) όπου υπήρχε μεγάλο λιμάνι. Το 1914 με τους διωγμούς των Τούρκων, πολλοί αναγκάσθηκαν να φύγουν. Μετά το 1920 πολλοί επέστρεψαν και το χωριό μετονομάσθηκε σε Βερώνη. Το 1922 όμως ξεριζώθηκαν για πάντα, ας ελπίσουμε όχι για πάντα από τον τόπο τους. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, πεζή ή με τα κάρα άλλοι μέσω Αδριανουπόλεως και άλλοι προς τη νότια διάβαση του Έβρου, έφθασαν στη Αλεξανδρούπολη. Από την Αλεξανδρούπολη ορισμένες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στους Αγίους Θεοδώρους, άλλες στο Κιρ Τσιφλίκ και αργότερα στην Αίγειρο, αρκετές στην Μέση άλλες στην Κομοτηνή και άλλες στο Σέλινο Ξάνθης και στις Σέρρες.

Οι 34 οικογένειες από την Μοσχίνα (Μούζαλη) Αν. Θράκης εγκαταστάθηκαν το 1923 στην Μεσσούνη, όπως μετονομάσθηκε το 1920 το χωριό Κιρ Σάρτζα, σε σπίτια και αποθήκες των ανταλλάξιμων, σύμφωνα με την Συνθήκη του Νεϊγύ, Βουλγάρων, που κατοικούσαν εκεί. Στην Μεσσούνη κατοικούσαν μόνο Οθωμανοί και Βούλγαροι μέχρι την ανταλλαγή. Το 1924 εγκαταστάθηκαν επίσης στην Μεσσούνη, σύμφωνα με την Νέα Συνθήκη, 30 περίπου οικογένειες από το Σιναπλή της ανατολικής Ρωμυλίας. Την άνοιξη του 1925, 91 προσφυγικές οικογένειες από το Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας, εγκαταστάθηκαν και αυτές στην Μεσσούνη. Εγκαταστάθηκαν επίσης και Πόντιοι που το 1925 ήλθαν από τον Δαφνώνα σε επιλεγμένα δωμάτια Οθωμανών. Η Μεσσούνη τιμητικά πήρε το όνομά της από την παραδίπλα υπάρχουσα αρχαία Μοσυνούπολη. Από την Μεσσούνη οι μουσουλμάνοι φύγανε το 1958. Στο εγκαταλειμμένο νεκροταφείο τους που βρίσκεται στον κόμβο της Μεσσούνης, σήμερα μετά από 60 χρόνια θάβουν τους αλλοδαπούς μετανάστες μουσουλμάνους, άραγε ποιανού ιδέα ήταν. Το 1929, ιδρύθηκε στην Μεσσούνη εκκλησία και μονοθέσιο δημοτικό σχολείο.

Οι πρόσφυγες από το Γιουβαλή (Καλημέριον) και από το Τσιφλίκιοϊ (Βερώνη), εγκαταστάθηκαν πρώτα σε ένα εγκαταλειμμένο οικισμό ονομαζόμενο "Κιρ Τσιφλίκ" στο ύψωμα που βρίσκεται σήμερα το Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων. Τον οικισμό αυτόν όπως και τον οικισμό Κιρ Σάρτζα μας αναφέρει ο Μελίρρυτος το 1871 στο βιβλίο του κατοικούνταν αντίστοιχα 10 και 16 βουλγαρόφωνες χριστιανικές οικογένειες εργατών γης των τσιφλικιών αυτών και εκκλησιάζονταν στην εκκλησία του Σώστη. Το 1920 είχαν εγκαταλειφθεί αυτοί οι οικισμοί.

Το 1928 μέσα στο αγρόκτημα Κιρ Τσιφλίκ στη θέση Πατρικά, ιδρύθηκε ο Αμπελουργικός Σταθμός Κομοτηνής. Σκοπός του ήταν να εκτελεί επιστημονικές έρευνες. Υπήρχε επίσης και μετεωρολογικός σταθμός εξοπλισμένος με θερμόμετρο, υδραργυρικό βαρόμετρο, υγρόμετρο και θερμοστάτη. Καθημερινά ενημέρωναν στις Κρατικές υπηρεσίες το δελτίο καιρού. Σταμάτησε να λειτουργεί το 1990.

Το 1928 όπου σήμερα στεγάζεται το Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων κτίσθηκε το Αγροτικό Ορφανοτροφείο Αρρένων Ροδόπης. Σκοπός του ιδρύματος ήταν να παρέχει μόρφωση γεωργική και επαγγελματική σε αγροτόπαιδα που έμεναν ορφανά, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Φιλοξενούσε παιδιά από όλη την Ελλάδα. Απέναντι από το Ορφανοτροφείο υπήρχε ο οικισμός Φατήρ Γιακά όπου διέμεναν 15 βουλγαρόφωνες οικογένειες, αργότερα εγκαταλείφθηκε οριστικά. 

Αναφέρεται ότι στην περιοχή το 1332 ο Ανδρόνικος ο Γ' ο Κομνηνός απέκρουσε τον Ομούρ Πασά, που είχε αποβιβασθεί με πολυάριθμη δύναμη κοντά στους Πόρους (σημερινό Πόρτο Λάγος) και κατευθυνόταν προς την Κομοτηνή.

Το 1956 κτίσθηκε στο χώρο αυτό η Μονή της Παναγίας Φανερωμένης ή Φατίρ Γιακά, από το όνομα Βαθυρύακας (βαθυ ρυάκι). Το 1926 άρχισε να οικοδομείται ο νέος οικισμός της Αιγείρου. Λέγεται ότι η ρυμοτόμηση του χωριού την έκανε ρωσικό συνεργείο. Στο ανατολικό μέρος του οικισμού εγκαταστάθηκαν οι Καβακλιώτες και δυτικά οι Ανατολικοθρακιώτες και οι Πόντιοι.

Οι Μουζαλιώτες κατοίκησαν βόρεια, οι Τσιφλικιώτες στο κέντρο, οι Γιουβαλιώτες νότια και οι Πόντιοι στα δυτικά. 
Το 1927 με την αποπεράτωση όλων των σπιτιών, εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Δόθηκε σε κάθε οικογένεια από 40 μέχρι 80 στρέμματα κλήρο, γεωργικά εργαλεία και από ένα ζευγάρι ζώα.

Το 1934 ο οικισμός Κρι Τσιφλίκ ονομάστηκε Νέο Καβακλή. Το 1957 ο συνοικισμός μετενομάστηκε σε "η Αίγειρος". Στα πρώτα χρόνια κάθε ομάδα προσφύγων ήταν απομονωμένη από τις άλλες ομάδες των προσφύγων και δεν συνάπτονταν γάμοι μεταξύ τους. Σε λίγο καιρό όμως αυτό είχε εκλείψει. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940 οχτώ ήρωες παλικάρια της Αιγείρου δεν γύρισαν πίσω. Το όνομά τους γράφτηκε στο πάνθεο των ηρώων της Ροδόπης και ήταν: Ο εφ. ανθ/γος Παρασκευούδης Πέτρος του Χρήστου, ο στρ. Βασιλειάδης Χρήστος του Παναγιώτη, ο στρ. Γιαντσίδης Βασίλειος του Νικολάου, ο στρ. Γκιζντιμίδης Δημήτριος του Αργυρίου, ο στρ. Γρηγοριάδης Ιωάννης του Γεωργίου, ο στρ. Παπαγεωργίου Αναστάσιος του Δημητρίου, ο στρ. Σαρχοσίδης Λεωνίδας του Στεφάνου, ο στρ. Τσαγκαλίδης Κυριάκος του Σάββα. Πολλοί ήταν που τραυματίσθηκαν.

Το 1941 όταν ήλθαν οι Βούλγαροι έποικοι, 30 οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην Αίγειρο.  Τα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής ήταν δύσκολα. 

Το Νέο Καβακλή μετονομάσθηκε σε Ροδόπη, στο σχολείο δίδασκαν μόνο βουλγαρικά Βούλγαροι δάσκαλοι.

Οι αγρότες έπαιρναν μόνο ένα μέρος από τα εισοδήματά τους. Οι ξυλοδαρμοί και η πείνα ήταν καθημερινά φαινόμενα. Τότε ήταν που οι Βούλγαροι κακοποίησαν τον ασθενή ιερέα του χωριού Παπαδόπουλο Θεόδωρο που υπέκυψε τον Ιούνιο του 1941. Θάφτηκε στο προαύλιο πίσω από το ιερό βήμα της εκκλησίας.

Ο δήμαρχος του χωριού Βόρις το 1943 όταν απόκτησε γιο, επέτρεψε στους κατοίκους εκείνη την χρονιά να πάρουν όλη την σοδειά τους από τα χωράφια τους. 

Το 1944 έφυγαν οι Βούλγαροι. 

Το 1946 έως το 1949 ήλθε ο Εμφύλιος.

Το χωριό δοκιμάσθηκε και στον πόλεμο αυτό. Στις τέσσερις γωνίες και ενδιάμεσα κτίσθηκαν οχτώ Πυροβολεία τα οποία φυλούσαν τα βράδια χωριανοί. Σε ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στους μεν και στους δε στα υψώματα της Μεσσούνης υπήρξαν θύματα. Στην Αίγειρο θρηνήσαμε νεκρούς και από τις δύο παρατάξεις. 

Ένας παλιός νερόμυλος λειτουργούσε τα πρώτα χρόνια μέχρι το 1970, δίπλα στο χωριό στον ποταμό Τραύο. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Βαγγέλης από την Δυτική Μακεδονία.

Ένας άλλος μύλος του Παυλίδη λειτουργούσε στα μέσα της δεκαετίας του '70, τώρα είναι ερειπωμένος. Από το 1952 μέχρι το 1954 λειτούργησε και τρίτος μύλος του Γεωργίου Γκορίδη.

Μέχρι την δεκαετία του '50 που απαγορεύθηκε η καλλιέργεια της κάνναβης οι χωριανοί έσπερναν σε υγρά μέρη την κάνναβη, όταν γινόταν ένα μέτρο περίπου ξερίζωναν τα φυτά και αφού τα κατεργάζονταν έγνεθαν τις ίνες τους. Με το νήμα αυτό ύφαιναν και κάνανε σκεπάσματα για τις σοδειές τους και στρωσίδια για το πάτωμα. Το 1954 συνελήφθησαν ορισμένοι και παρουσίασαν στο δικαστήριο μια κανναβόστρωση οπότε και τους αθώωσαν.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία σπέρνοντας σιτηρά, καπνό, σουσάμι, ζαχαροκάλαμο και αμπέλια από τις ρίζες που έφεραν από την πατρίδα τους, βγάζοντας το φημισμένο καβακλιώτικο κρασί και τσίπουρο μέχρι και σήμερα.

Εκτός από την γεωργία πολλοί ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία.

Στην Αίγειρο τα πρώτα χρόνια υπήρχαν επαγγελματίες που ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα.

Το 1930 έγιναν τα εγκαίνια της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου και πρώτη εικόνα που τοποθετήθηκε μέσα ήταν του Αγίου Αθανασίου που έφεραν οι πρόσφυγες από την πατρίδα τους. Διακοσμήθηκε επίσης και με πολλές άλλες εικόνες που έφεραν οι πρόσφυγες από το Μούζαλη.

Οι πρόσφυγες διατηρούσαν τα πατροπαράδοτα έθιμά τους. Σιγά - σιγά άρχισαν να ατονούν. Τα τελευταία χρόνια γίνεται κάποια προσπάθεια από τους συλλόγους για την αναβίωσή τους. Τα ήθη και έθιμα των κατοίκων της Αιγείρου και της Μεσσούνης είναι παρόμοια με των άλλων προσφύγων Ανατολικοθρακιωτών, Ανατολικορωμυλιωτών και Ποντίων. Σιγά - σιγά το μικρό προσφυγικό χωριό της Αιγείρου έχει μεταμορφωθεί σε μια μικρή όμορφη κωμόπολη, ας ελπίσουμε ότι θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο γιατί οι καλόκαρδοι και νοικοκύρηδες κάτοικοι του το αξίζουν.

Πηγές
Μαρούλα Ισπυρλίδου - Μια νέα πατρίδα προσφύγων από την Αν. Ρωμυλία της Αν. Θράκης και τον Πόντο

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Σαφώς είναι δύσκολο για τη χώρα μας,  να αντιπαρατεθεί βασιζόμενη μόνο σε λογικά επιχειρήματα, η στην ανύπαρκτη  διπλωματική στήριξη από τους συμμάχους, με το υπάρχον διεθνές σκηνικό,   έναντι της Τουρκίας.