fbpx Πολύανθος: Με καταγωγή ορισμένων από την Αν. Θράκη, την Μικρά Ασία και την Λάιστα της Ηπείρου
ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 21 Νοεμβρίου, 2020 - 10:00
ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑΧ

Πολύανθος: Με καταγωγή ορισμένων από την Αν. Θράκη, την Μικρά Ασία και την Λάιστα της Ηπείρου

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Το μικροκλίμα του ευνοεί την περιοχή για ανάπτυξη υποτροπικής βλάστησης

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Πολύανθος: Βρίσκεται σε υψόμετρο 47 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, δίπλα στην αρχαία Εγνατία Οδό. 500 μέρα βορειοδυτικά υπάρχει το τρίτοξο γεφύρι πάνω στον ποταμό Κομψάτο, χτισμένο τον 17ο-18ο αιώνα από Ηπειρώτες μάστορες. Μέρος της δυτικής πλευράς του γεφυριού πριν πολλά χρόνια το γκρέμισε με δυναμίτη ένας δασικός υπάλληλος για να μην μπορούν να φέρνουν ξύλα με τα γαϊδουράκια τους οι Πομάκοι κάτοικοι των ορεινών οικισμών του Παπικίου Όρους.

300 μέτρα από το χωριό βορειοδυτικά είναι το βυζαντινό κάστρο, όπου υπάρχουν ίχνη κατοίκησης από την Κλασική Εποχή με επιφανειακά ευρήματα βυζαντινών νομισμάτων όπως και της αρχαίας Μαρώνειας. Στην ρίζα του κάστρου υπάρχουν ερείπια μεσαιωνικής τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής εκκλησίας και νεκροταφείο που μας δείχνει ότι γύρω από το κάστρο υπήρχε ευρύτερος οικισμός. 

300 μέτρα βορειοανατολικά του χωριού βρέθηκε υπερμεγέθης μαρμάρινος φαλός από άγνωστο ιερό του 3ου αιώνα π.Χ. που στη βάση του γράφει "Πάντων θεών ο βωμός" έκτοτε εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής. Δυτικά του χωριού μπροστά στον Κομψάτο είναι κτισμένο πολυβολείο από τον εμφύλιο φυλούσαν τις γέφυρες του τρένου και του αυτοκινητόδρομου. 

Οι κάτοικοι του χωριού είναι μουσουλμάνοι Πομάκοι που εγκαταστάθηκαν από τα ορεινά του Παπικίου Όρους μετά το 1949. Επίσης Κιπτοί, Ρομά και Τουρκοφανείς. Το 1922 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και οι Έλληνες χριστιανοί πρόσφυγες που ήλθαν 2-3 οικογένειες από την Μικρά Ασία, 2-3 οικογένειες από την Γέννα Βιζύης και άλλα μέρη της Αν. Θράκης όπως και 2-3 οικογένειες από την Λάιστα της Ηπείρου, 5 σόγια Σαρακατσάνων που εγκαταστάθηκαν μετά το 1948 και όλοι οι υπόλοιποι εγκατασταθέντες ήταν από το Στρατηγείο (Αχμέτ - Μπέη) Αρκαδιούπολης 40 Εκκλησιών Αν. Θράκης.

Το Στρατηγείο (Αχμέτ - Μπέη) ήταν καθαρά ελληνικό χωριό μέχρι τον Απρίλιο του 1914 οι κάτοικοί του ήταν μόνο Έλληνες. Είναι χτισμένο ανάμεσα στα βουνά, σε μια εύφορη και όμορφη κοιλάδα. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα προϊόντα τους τα πουλούσαν στην Αρκαδιούπολη (Λουλέ Μπουργκάζ). Επειδή όμως η περιοχή ήταν σε επίκαιρη θέση, δέχθηκαν πολλές επιθέσεις, σε διάφορες εποχές. Στην ίδια περιοχή κατασκήνωσε ο Πέρσης βασιλιάς Ξέρξης τον 4ο αιώνα π.Χ. πριν εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδος.

Το 1913 οι Τούρκοι ανακατέλαβαν την περιοχή από τους Βουλγάρους μέχρι το 1920, οπότε μπήκε ο ελληνικός στρατός. Τον Οκτώβριο του 1922, όμως οι Τούρκοι ξανακατέλαβαν την Αν. Θράκη.

Το 1914 οι κάτοικοι του Αχμέτ Μπέη εκδιώχθηκαν από τους Τούρκους και εγκαταστάθηκαν στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, τότε εγκαταστάθηκαν λίγοι Τούρκοι από την Νότια Σερβία. Όταν γύρισαν οι Έλληνες κάτοικοι του το 1915 βρήκαν την Εκκλησία, το καμπαναριό και το σχολείο σχεδόν κατεστραμμένα και όλο το ολοκάθαρο χωριό βρωμισμένο που μύριζε παντού σαν στάβλος. 

Οι Έλληνες κάτοικοί του πάντως ήταν γνωστοί για την γενναιότητά τους, γιατί πολλές φορές τα έβαζαν με τους Τούρκους, αρνούμενοι να υποταχθούν σε αυτούς. Τα τελευταία χρόνια 1922-1923 δάσκαλος του χωριού ήταν ο Αναστάσιος Κ. Βαλιανλής.

Στις 25-9-1929 μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Μουδανιών και την παράδοση αμαχητί της Αν. Θράκης από τον Βενιζέλο στους Τούρκους ξεκίνησε το ατελείωτο καραβάνι των 260.000 προσφύγων Ανατολικοθρακιωτών προς την ελεύθερη Ελλάδα. Έτσι έχουμε και την εγκατάσταση ορισμένων προσφύγων και στον Πολύανθο αφού τους πρωτοεγκατέστησαν πρώτα στην περιοχή του Φαναρίου, λόγω όμως των κουνουπιών δεν δέχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στον Πολύανθο όπου έχτισαν με πλιθιά τα σπίτια τους. Το κράτος σύμφωνα με τα άτομα της οικογένειάς τους έδωσε τα ανάλογα στρέμματα σε κλήρο. Επίσης όσοι ήθελαν τους έδωσαν από 10 γίδια και μια αγελάδα. Στην αρχή όλο το χωριό έπαιρνε νερό από μια πηγή που ερχόταν από το βουνό μέσα στο χωριό και που τρέχει ακόμα. Αργότερα χτύπησαν μια πομόνα που είχε καλό νερό.

Γύρω στο 1948 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και 5 σόγια Σαρακατσάνων που αποτελούνταν από 30 πολύτεκνες οικογένειες προερχόμενοι από την Αν. Θράκη και τον Έβρο (Πολίτες). Οι περισσότεροι Σαρακατσάνοι ασχολούνται με την γεωργία, καλλιεργώντας ιδιόκτητα χωράφια και ορισμένα κοπάδια προβάτων, πολλά από αυτούς αργότερα σπούδασαν.

Τα 5 σόγια των Σαρακατσάνων είναι του Μπάτζιου, του Τζιώτζιου, του Λεοντίδη, του Ζλατίνη και του Μαριούλα. Το πιο φημισμένο Τσελιγκάτο το είχαν οι Μπατζέοι με τσέλιγκα τον Μπάτζιο Παναγιώτη και αργότερα ο γιος του Γεώργιος. Το 1920 προερχόμενος από την Αν. Θράκη, εγκατέστησε το Τσελιγκάτο του για ένα χρόνο στους Αμαξάδες και στην συνέχεια επί 20 χρόνια στη Νέα Σάντα. 

Με τους Μπατζέους το Τσελιγκάτο αυτό ήταν και ο Στέργιος Βρύζας, ο Γεώργιος και ο Ευάγγελος Βρύζας, ο Δ. Μαρούλας συμπέθερος του Τσέλιγκα, ο Μπαλέστραβος και ο Θεόδωρος Καριώτης. Μαζί του ήταν επίσης τα αδέλφια του και τα ξαδέλφια του που αποτελούσαν συνολικά 4 πολύτεκνες οικογένειες (από 4 έως 12 άτομα η κάθε μία). Στο Τσελιγκάτο αυτό έζησε και η οικογένεια του Λεοντίδη. Ορισμένοι από τους Μπατζέους εγκαταστάθηκαν στο Μωσαϊκό. Την Κυριακή το πρωί στο στόλισμα της νύφης στα βουνά της Αν. Θράκης η Ασημένια Μπάτζιου τραγουδούσε: Σήκω Δημήτρημ' κι άλλαξε / και βάλε τα χρυσά σου, / Δημητρούλα μου, / βάλε το τσαμαντάνι σου, / βάλε και το μακρύ σου κομψό, / βάλε την κεντητή ποδιά σου, / Δημητρούλα μου.

Κατά τον ελληνικοϊταλικό πόλεμο το 1940 ένας ήρωας από τον Πολύανθο έδωσε το αίμα του για την πατρίδα ήταν ο Αλήογλου Μουμίν του Αλή.

Το 1941 όταν ήλθαν οι Βούλγαροι έποικοι άρπαξαν όλα τα χωράφια μόνο των Ελλήνων χριστιανών και εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους βάζοντας τους να μένουν 2-3 οικογένειες μαζί σε έναν στάβλο. Τα παιδιά μαζεύανε από τα θερισμένα χωράφια τα πεσμένα στάρια για να κάνουν στα σπίτια τους οι γονείς τους στον χειρόμυλο αλεύρι. Αν πήγαιναν στον μύλο ο Βούλγαρος στρατιώτης τα κατάσχε. Τα παιδιά επίσης πήγαιναν στα χωράφια και μάζευαν τις χελώνες που τις πουλούσαν σε έναν Βούλγαρο που είχε παντοπωλείο, μια χελώνα μια γκαζόζα ή ένα λέβα. Φάρμακα δεν υπήρχαν. Όταν ήταν γριπωμένοι, έπιναν γάλα γαϊδούρας.

Κάποια στιγμή όταν έμαθαν οι Βούλγαροι ότι ορισμένοι από το χωριό είχαν συνεργασία με τους αντάρτες στα βουνά τροφοδοτώντας τους και δίνοντάς τους πληροφορίες, πήγαν νύχτα στα σπίτια τα έψαξαν όλα και συνέλαβαν 4 χωρικούς τον Αργυρίου Αργύριο, τον Δερμανλή Απόστολο, τον Τσαλίκη Παναγιώτη και τον Αγιαννίτη Αθανάσιο. Τους μετέφεραν στην Κομοτηνή, όπου αφού τους έδερναν για μερόνυχτα τους οδήγησαν στο δικαστήριο. Εκεί καταδίκασαν τους τρεις με μικρές ποινές φυλάκισης και τον Αργυρίου Αργύριο τον καταδίκασαν σε θάνατο. Αμέσως τον φόρτωσαν στο τρένο και τον μετέφεραν στις φυλακές στο Κίρτζαλι με σκοπό να τον εκτελέσουν. Ευτυχώς όμως άλλαξε το καθεστώς και ανέλαβαν οι κομμουνιστές οπότε και τον απελευθέρωσαν.

Αυτός ο ήρωας είχε πολεμήσει στον Αλβανικό μέτωπο όπου λόγω των ηρωικών του πράξεων τον έκαναν δεκανέα επ' ανδραγαθία. Όταν πριν κάποια χρόνια ξεκίνησαν να κάνουν ορισμένοι αιτήσεις για να τους αναγνωρισθεί η Εθνική Αντίσταση στους κατακτητές αυτός ο γνήσιος αγωνιστής δεν δέχθηκε να κάνει αίτηση για να συνταξιοδοτηθεί και μέχρι τον θάνατό του έλεγε πάντα "εγώ αγωνίσθηκα για την πατρίδα και όχι για να πάρω σύνταξη". Τέλος χρέος του Δήμου Ιάσμου είναι να ονομάσει την κεντρική οδό του χωριού σε οδό Αργυρίου Αργύριο.

Γύρω στο 1960 κτίστηκε η εκκλησία του χωριού, πριν οι κάτοικοι εκκλησιάζονταν στον Σώστη, στην Αμβροσία ή στον Ίασμο. Τα θεμέλια της εκκλησίας τα πρωτοέσκαψαν ο Βασίλειος και ο Γεώργιος Αργυρίου με προσωπική εργασία. Αργότερα πάνω σ' αυτά τα θεμέλια κτίστηκε ο ιερός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Εφημέριος του ναού τώρα είναι ο άξιος ιερέας Μπογιατζής Χρήστος.

Στη ανατολική είσοδο του χωριού υπάρχει και το παρεκκλήσι των Αγίων Ραφαήλ Νικολάου και Ειρήνης. Το παρεκκλήσι αυτό κτίστηκε πριν 30 χρόνια περίπου από την Πεχλιβανίδου Μαρία πάνω στο ιδιόκτητο οικόπεδό της με δικά της χρήματα. Αυτή η θεοσεβούμενη χριστιανή στην αρχή ήθελε να το δωρίσει στην Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών αλλά άλλαξε γνώμη και το δώρισε στην Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής. Το 2019 πραγματοποιήθηκε η ανακαίνιση του κεντρικού ναού χάρη στην προσφορά των κατοίκων του χωριού Νικολάου Νικολαΐδη και Βασιλείου Τζιώτζιου, οπότε στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ο μητροπολίτης μας κ.κ. Παντελεήμων, τους απένειμε την ανωτάτη τιμητική διάκριση της Μητρόπολής μας ένα μετάλλιο με το σχετικό ευεργετήριο γράμμα.

Σήμερα πάλι χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη μας γίνεται πάλι μια μικρή ανακαίνιση της σκεπής του ναού. Στα παλιά χρόνια στο χωριό σταματούσε το τρένο "Ο Καρβουνιάρης" και φόρτωνε κάρβουνο και νερό για τον λέβητά του, σήμερα στο κτίριο του σταθμού υπάρχει η εγκατάλειψη. Εκεί υπήρχε μια μικρή αποθήκη του Στρατού που τοποθετούσε μέσα δέματα με χόρτα και άλλα πράγματα που τα μετέφεραν οι στρατιώτες με τα μουλάρια από το μονοπάτι που ξεκινούσε από την γέφυρα μέχρι το φυλάκιο της ορεινής Κρυστάλλης στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Το μικροκλίμα του Πολυάνθου ευνοεί την περιοχή για ανάπτυξη υποτροπικής βλάστησης. Είναι το μόνο που υπάρχει στο όλο το νομό Ροδόπης και είναι γνωστό ότι πάντα εκεί πρώτες ανθίζουν οι αμυγδαλιές. Αυτό θα πρέπει να το εξετάσουν ειδικοί επιστήμονες και να το εκμεταλλευτούν ανάλογα.

Στις 14-8-1924 ο οικισμός του Πολυάνθου προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Ιάσμου. Το 1933 ορίστηκε Κοινότητα Πολυάνθου. Το 1997 προσαρτήθηκε στον Δήμο Σώστη και από το 2010 στον Δήμο Ιάσμου.

Από τον Πολύανθο πολλοί νέοι σπούδασαν και αναδείχθηκαν με την αξία τους. Γνήσιο τέκνο του είναι και η προϊσταμένη άξια αρχαιολόγος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Κομοτηνής Χρύσα Καραδήμα.

Πηγές
Βασίλειος Αργυρίου
Αθανάσιος Μπάτζιος 
Χρήστος Μπογιατζής
Χαράλαμπος Δαδίνης
"Οι Σαρακατσάνοι της Θράκης" 
Διονύσης Μαυρογιάννης

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Μια διαφορετική πραγματικότητα εξελίσσεται και διαμορφώνεται ενόψει των υγειονομικών μέτρων για την πανδημία του κορωνοϊού και των απαγορεύσεων γενικότερα,  στην οικονομία και την επιχειρηματικότητα.