ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 16 Μαρτίου, 2019 - 10:00
ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΛΥΜΠΕΡΗ ΤΣΑΪΛΑ

Μια παραστατική αφήγηση για την Κομοτηνή λίγο πριν την απελευθέρωσή της

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Ενδιαφέρουσες περιγραφές από την στιγμή που άφησε το τρένο και πήρε το δρόμο για την πόλη

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Στις 12 Νοεμβρίου 1919, ο Λυμπέρης Τσαϊλάς, με εντολή του Πρακτορείου του φτάνει σιδηροδρομικώς στην νέα του θέση στην Κομοτηνή για να αναλάβει το Πρακτορείο Ελληνικών Εφημερίδων. Η παραστατική του αφήγηση δείχνει την Κομοτηνή λίγο πριν την απελευθέρωσή της
"Μετά από τον έλεγχο που μου έγινε στο Σιδηροδρομικό Σταθμό από μια μικτή Αστυνομία, πήρα τον δρόμο προς την πόλη διαλαλώντας τους τίτλους των εφημερίδων μου: "Εμπρός", "Ακρόπολις", "Φώς", "Μακεδονία", "Νέα Αλήθεια", φώναζα. Προχωρώντας στον δρόμο μου προς την πόλη, πρώτος πελάτης μου ήταν το καφεουζοπωλείο του Ευάγγελου Μπλέτσα, που πήρε την πρώτη μου εφημερίδα.

Βαδίζοντας, αριστερά και δεξιά του δρόμου συναντούσα αμπέλια και κήπους μέχρι την σημερινή Αγία Σοφία όπου δίπλα της ήταν τα νεκροταφεία της Κομοτηνής "Ο Άγιος Χαράλαμπος" (σ.σ. μέχρι το 1926 τα νεκροταφεία της πόλης ήταν δίπλα στην Αγία Σοφία, λόγω όμως της εισροής προσφύγων από Πόντο, Μ. Ασία, Αν. Θράκη και Βουλγαρία μεταφέρθηκαν στην σημερινή τους θέση). Μετά την Εκκλησία ήταν οι παράγκες των σημερινών κατοίκων του συνοικισμού Ηφαίστου (Καλκάτζα), που έπιαναν μέχρι την γέφυρα του σημερινού Π.Κ.Π.Α. Φθάνοντας εκεί μπαίνω στην οδό Τσανακλή. Από δεξιά συναντώ τα πρώτα ελληνικά σπίτια του Μουσούρη, Ξανθόπουλου, Μαλιόπουλου, Φωτιάδη δικηγόρου, Χατζηκοσμά και Αδαμάντιου Διαμαντή. Από αριστερά το πρώτο σπίτι του Βασιλείου Τσουρίδη, δεύτερο του Ιωάννη Καραγιάννη, μετά η κατοικία του μητροπολίτη Μαρωνείας, η Ιερά Μητρόπολη (τώρα σύλλογος Φίλων Βυζαντινής Μουσικής). Μέσα από τον δρόμο το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα της Τσανακλείου Σχολής όπου στεγάσθηκε αρχικά η Γενική Διοίκηση Θράκης με γενικό διοικητή τον βουλευτή Κυκλάδων κ. Ευριπαίιο και αργότερα η Νομαρχία Ροδόπης. Στη συνέχεια του δρόμου μου συναντώ το ξενοδοχείο "Ακρόπολις" που το διεύθυνε ο γνωστός μπάρμπα Σπύρος Μολλάς, και μετά το σπίτι του καπνέμπορου Ιωαννίδη.

Φθάνοντας ακριβώς εκεί, αντικρίζω μια γέφυρα μόλις μετά βίας δύο μέτρα πλάτος και 7-8 μέτρα μήκος, την τότε γέφυρα των Γάλλων, η οποία επικοινωνούσε με την σημερινή οδό Βενιζέλου και στο δεξιό μέρος αυτής ήταν το ξενοδοχείο και εστιατόριο "η Ροδόπη" που το διεύθυνε ο Ι. Αθανασιάδης. Στην αρχή της οδού Βενιζέλου αντικρίζω το καμπαναριό του ναού της Παναγίας. Από αριστερά μου διαβάζω μια μεγάλη επιγραφή, Καφενείο και Ζαχαροπλαστείο ο "Βενιζέλος" που το διεύθυναν οι εκ Μαρωνείας αδελφοί Λεονταρίδη. Εισήλθα στο καφενείο και μέσα βρήκα όλους τους μεγαλέμπορους της εποχής εκείνης. Μόλις έμπηξα τις φωνές ελληνικές εφημερίδες όλοι σηκώθηκαν και με πήραν στα χέρια τους. Τον λόγο είχε ο Θεόδωρος Σακελλάριος γαμπρός του έμπορου Τελωνίδη και μετέπειτα διευθυντής του Εμπορικού Επιμελητηρίου απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής πολύ μορφωμένος και Γαλλομαθής. Συνεχίζω την οδό Βαρώσι σημερινή οδό Βενιζέλου, διαλαλώντας το εμπόρευμά μου, όπου από διάφορα σπίτια έβγαιναν να πάρουν ελληνικές εφημερίδες ζητώντας τες με λαχτάρα.

Στην οδό Βενιζέλου βρισκόταν οι οικίες του Χρήστου Μπογιώτα, απέναντι η οικία της Πηνελόπης Γιαννούλη. Επίσης οι οικίες των Γαρυφάλλου, Χατζηπαρασκευά, Αθανασίου Καστάνη, Χατζηραξή, Χατζηδάφτσιου, Σταύρου Μαργαριτόπουλου, Γεωργίου Σχοινά, Εμμ. Γούναρη και το Ποτοποιείο του Παν. Μποζατζόγλου. Πιο κάτω ήταν το καφενείο η "Μαρώνεια" του Βασιλείου Σκόδρα, μέσα βρήκα τον Αθαν. Ίλτσο αρτοποιό, Αριστοφάνη Πονίδη βιβλιοδέτη, Σπύρο Σπυρόπουλο μηχανικό του αλευρόμυλου Στάλιου, Δημήτριο Τσακιρόπουλο του ξενοδοχείου "Μαρώνεια" πατέρα του δικηγόρου Πολυχρόνη Τσακιρόπουλου. Σε αυτό το καφενείο κάθε βράδυ σύχναζαν οι μικροεπαγγελματίες της πόλης. Προχωρώντας προς την κεντρική πλατεία διαλαλώντας τις εφημερίδες μου πέρασα άλλη μια γέφυρα. (Ήταν από την αρχή της Βενιζέλου, περνούσε πάνω από το σημερινό βάθρο του τροχονόμου και κατέληγε μπροστά στο σημερινό καφέ Κέκκερη). Μπαίνοντας στην κεντρική πλατεία βρήκα μια πόλη σχεδόν νεκρή από Έλληνες, γιατί τους περισσότερους τους είχαν συλλάβει οι Βούλγαροι και τους είχαν εξορία.

Μέσα στην πλατεία είχε δύο σιντριβάνια από τα αριστερά, έξω από την Δημαρχεία και το Ποτοπωλείο Μπογιώτα και από δεξιά έξω από το κατάστημα του Ιωάννη Ζωΐδη (το Δημαρχείο ήταν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το καράβι της παιδικής χαράς της πλατείας). Η πλατεία ήταν στρωμένη με πέτρες καλντερίμι, όχι ίσια. Στην πλατεία ήταν και οι στάβλοι του Γάλλου στρατιωτικού διοικητή της πόλης Σαρπύ, (σήμερα ανατολικά του ξενοδοχείου "Ορφέας" πίσω από το καφέ "Φίλαθλος").

Την δεύτερη μέρα της άφιξής μου στην Κομοτηνή πήγα στα γραφεία της Ελληνικής Αρμοστείας που ήταν εκεί που αργότερα ήταν η Σχολή "Έδεσσον" (Γ. Κονδύλη με Μπότσαρη γωνία). Στην είσοδο συνάντησα έναν εύζωνα όπου με έδειξε το γραφείο του Αρμοστή, μέσα καθόταν ο Χαρίσιος Βαμβακάς, δίπλα του ήταν ο αρχιμανδρίτης από την Μαρώνεια Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής καθώς και ο υπολοχαγός Χρήστος Βακάς. Αφού τους έδειξα την άδεια και τον διορισμό μου ως πράκτορα εφημερίδων. Τους είπα ότι θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της πατρίδας. Τότε ο υπολοχαγός Βακάς με οδήγησε στον υπολοχαγό Σίτη Γεώργιο, λέγοντάς του να με βάλει στη θέση του δάσκαλου Μάζη. Ο Σίτης με είπε ότι για να αντιδράσουμε στις προσπάθειες των Βουλγάρων που θέλουν να εξοντώσουν τον Ελληνισμό, έχουμε κάνει δύο ομάδες, επικεφαλής της μιας είμαι εγώ και της άλλης ο υπολοχαγός Γιώργος Σεϊτανόπουλος από την Κωνσταντινούπολη, επειδή θέλουμε να τονώσουμε το ηθικό των ευρισκομένων σήμερα Ελλήνων στην πόλη, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Ώρα 8 το βράδυ να είσαι εδώ.

Όταν πήγα ώρα 8 στο γραφείο του Σίτη, μου δώσανε μια χλαίνη, ένα ζευγάρι άρβυλα, ένα όπλο μάουζερ και δεσμίδες φυσιγγίων. Κατεβαίνοντας στο προαύλιο βρήκα τους Πέϊον Πεΐδη, Παναγιώτη Αστρείδη ξυλουργό, Αθανάσιο Καρκατσέλη (τσολιά), έναν Γιώργο από το Σουφλί και πολλούς άλλους. Ο υπολοχαγός Σίτης είχε τον τομέα πίσω από την σημερινή παλιά βιβλιοθήκη, την οδό Λυσίου, Αθ. Διάκου, Καραολή μέχρι τους δημοτικού στάβλους (σήμερα που στεγάζεται η Πολιτιστική Κίνηση στην οδό Φιλίππου). Περνούσαν στην Εγνατίας, Φιλιππουπόλεως και φτάνανε στο μισό δρόμο του χωριού Καρυδιά. Αυτό το κάναμε για να τονωθεί το ηθικό των Ελλήνων, γιατί βγαίνανε περιπολία και οι Βούλγαροι για να τρομοκρατούν τους Έλληνες.

Η άλλη ομάδα είχε τομέα από το μύλο του Στάλλιου (βρισκόταν στην οδό Πλαστήρα με Μπότσαρη γωνία εκεί μέσα στον καυστήρα του μήλου αυτού έκαψαν κατά την βουλγαρική κατοχή 1941-1944 τον αγωνιστή Τσομπανίδη Νικόλαο από τον Έβρενο Σαπών), μέχρι τον συνοικισμό του Αγίου Γεωργίου, έφτανε μέχρι την οδό Κωνσταντινουπόλεως και τον δρόμο προς Γρατινή.

Έτσι συνεχίσαμε να περιπολούμε από ώρα 9 το βράδυ μέχρι 5 το πρωΐ. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 1920 η Αρμοστεία επληροφορείτο με τηλεγράφημα από την κυβέρνηση, ότι η Ελλάς κέρδισε με την διπλωματία την μάχη και ότι παραχωρείται η Δυτ. Θράκη στην Ελλάδα. Έγινε συγκέντρωση των Κομοτηναίων στην κεντρική πλατεία, ο Αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης στον λόγο του, μεταξύ των άλλων πρόσθεσε και τα εξής: "Η Θράκη επιστρέφει στην αγκαλιά της μητέρας Ελλάδος". Την 13 Μαΐου 1920 την μεγαλύτερη χαρά μου την ένιωσα, όταν κατά την ώρα της συγκέντρωσής μας για περιπολία, ήλθε ο υπολοχαγός Βακάς και μας λέγει: Μόλις πήρε τηλεγράφημα ο Χαρίσιος Βαμβακάς από το Παρίσι από τον πρωθυπουργό, ότι αύριο το πρωΐ εισέρχεται επισήμως στην πόλη μας η Μεραρχία Σερρών με τον στρατηγό Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη.

Τα στρατεύματα περί ώρα 8.30 το πρωΐ έφθασαν στο σημερινό 5ο χιλιόμετερο. Περί ώρα 09.30 ακούστηκαν οι σάλπιγγες να αναγγέλλουν την άφιξη της Μεραρχίας στην πόλη. Όταν έφθασαν στην σιδηροδρομική γραμμή της οδού Ξάνθης, οι Ελληνίδες, τα κορίτσια της Κομοτηνής, κρατώντας σημαίες και άνθη στα χέρια και με επικεφαλής την Δόξα Σκουτέρη, πρόσφεραν στον επικεφαλής της Μεραρχίας ανθοδέσμη και τον προσεφώνησαν το καλώς όρισε ο Ελληνικός Απελευθερωτικός Στρατός στα Άγια Χώματα της πολυπαθούς και σκλαβωμένης ως τότε Θράκης. Ο στρατηγός περιστοιχούμενος από το Επιτελείο του τον συνταγματάρχη Ψαρρά Παναγιώτη, μετέπειτα γαμπρό του καπνέμπορου Χρήστου Μπογιώτα, τον ταγματάρχη Χρήστο Μπιτσάκη, τον λοχαγό Δαβάκη (τον ήρωα της Πίνδου το 1940), τον λοχαγό Πολύζο. Όλοι έφιπποι με στολισμένα τα άλογα του από στεφάνια κατευθύνθηκαν προς την πόλη. Ο ενθουσιασμός του πλήθους ήταν απερίγραπτος.

Εμάς οι ομαδάρχες μας το πρωΐ της 14 Μαΐου 1920 έκαμαν ασκήσεις με το προσοχή, παρουσιάστε άρμ, παρά πόδα κλπ για να είμαστε έτοιμοι να παρουσιάσουμε όπλα κατά την υποδοχή του ελληνικού στρατού, οι δε αξιωματικοί ομαδάρχες μας έφεραν τα ξίφη τους.Έτσι αφού πέρασε όλη η Μεραρχία Σερρών από μπροστά μας παρουσιάζοντάς τους όπλα, πήγαμε στην αποθήκη, παραδώσαμε τα όπλα μας και τρέξαμε στην πλατεία όπου ήταν και όλος ο κόσμος με τους επισήμους για να απολαύσουμε την παράδοση της πόλης.

Η στιγμή ήταν ιερότατη. Η παράδοση έγινε από τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ στον Έλληνα Μέραρχο Ζυμβρακάκη. Το πλήθος ζητωκραύγαζε με ενθουσιασμό. Στην πλατεία ήταν συγκεντρωμένοι ο Έλληνας Αρμοστής Χαρίσιος Βαμβακάς, ο Αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο μουσουλμάνος δήμαρχος Γκαλήπ, ο αντιδήμαρχος Απόστολος Σούζος, ο υπολοχαγός Βακάς, ο Βούλγαρος αντιπρόσωπος Γεωργίεφ και πολλοί άλλοι. Ο στρατηγός Ζυμβρακάκης χαιρετώντας το πλήθος πλησίασε τον στρατηγό Σαρπύ, όπου ο Σαρπύ του παρέδωσε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλεως σε αυτόν ως αντιπρόσωπο της Ελλάδος. Τότε αμέσως τοιχοκολλήθηκε προκήρυξη του στρατηγού γραμμένη στα ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά, περί ανεξιθρησκείας και ισοπολιτείας προς όλους τους κατοίκους με ημερομηνία 15 Μαΐου 1920. Επίσης ότι ο ελληνικός στρατός δεν εισήλθε ως κατακτητής αλλά ως ελευθερωτής και προστάτης της πόλης. Δυστυχώς μετά μια ώρα συνέβη ένα δυσάρεστο γεγονός. Υπολείμματα Βουλγάρων σκότωσαν σε ενέδρα τον διοικητή του λόχου που πορευότανε προς κατάληψη της Νυμφαίας.

Παράλληλα, με τα παραπάνω γεγονότα προσθέτω ότι η πρώτη ελληνική εφημερίδα που εξεδίδετο το 1919 στην Κομοτηνή ήταν η εβδομαδιαία "Ροδόπη" που την εξέδιδε ο Αλέκος Φυγκάς που ήταν σε ιδιόκτητο τυπογραφείο επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου (στο σημερινό φαρμακείο Μπλέτσα). Ο ίδιος μετά πάροδο χρόνου εκυκλοφόρησε και μια άλλη εβδομαδιαία εφημερίδα "Ο Αμερόληπτος".

Το 1919 βρήκα να υπάρχουν στην πόλη και τα πρακτορεία εφημερίδων: 1) το Αλβανικόν που το διεύθυνε ο Σαλή Αρναούτ και στεγαζότανε σε ένα βαθύ μαγαζί που σήμερα είναι το καφεκοπτείο του Θεοφάνη Κέκκερη (στην οδό Φιλικής Εταιρίας) δίπλα στο καφέ "Βυζάντιο"). 2) Το τουρκικό πρακτορείο με διευθυντή τον Χιλμή Μουσταφά που στεγαζότανε στην οδό Συντάγματος Κρητών (δίπλα στον κλειστό σήμερα φούρνο του Χαλβατζέλη) και 3) Το βουλγαρικό πρακτορείο εφημερίδων με διευθυντή τον Πέτκο Ποπώφ και αυτό στεγαζότανε επί της οδού Συντάγματος Κρητών, απέναντι από το τουρκικό πρακτορείο (στο σημερινό Χρυσοχοείο του Καραγιάννη).

Ο Πέτκο Ποπώφ μας επισκέφθηκε πάλι το 1941 στο διάστημα της βουλγαρικής κατοχής. Τότε κατέλαβε αυθαίρετα το βιβλιοχαρτοπωλείο του Διομήδου Βασιλικού με όλο το εμπόρευμά του. (Αυτό βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι τα οπτικά του Κασπαριάν και ήταν ο πατέρας του γνωστού επιχειρηματία Αρσένιου Βασιλικού που διατηρεί κατάστημα μικροσυσκευών επί της πλατείας). Ο Πέτκο κατά την αναχώρησή του από την Κομοτηνή το 1944 παρέλαβε μαζί του όλο το εμπόρευμα, μεταφέροντάς το στην Βουλγαρία.

Την 20 Νοεμβρίου 1919 έφθασαν στην Κομοτηνή οι πρώτοι υπάλληλοι των Τ.Τ.Τ. (Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο), Ιωάννης Μωραΐτης διευθυντής, Θωμάς Πατσάκας, Αθανάσιος Λαμπρινίδης, Αντώνιος Στασινόπουλος, Ιωάννης Δαπέργολας, Οδυσσέας Μακρίδης και Βασίλειος Κοκκίνης για να πλαισιώσουν την Ταχυδρομική Υπηρεσία Κομοτηνής. Εκτός αυτών διορίσθηκαν και οι εκ Κομοτηνής Θεόφραντος Βασιλικός και Ιωάννης Ευθυμίου.

Την 15 Δεκεμβρίου 1920 έφθασε στην Κομοτηνή από την Θεσσαλονίκη, οπότε και συνεργαστήκαμε μαζί ο Αλέξανδρος Μισέντζης ο γνωστός μπάρμπα Αλέκος που με τις φωνές του εφημερίδεεες, Μακεδονοβοραααας, ξεσήκωνε τον κόσμο εξασκώντας το επάγγελμα μαζί με την σύζυγό του Ελπινίκη μέχρι το τέλος της ζωής του που απεβίωσε το 1968. Τον Απρίλιο του 1941 καταλαμβάνεται η πόλη από τους Γερμανούς οι οποίοι την παραχωρούν στους Βουλγάρους. Πολλοί Κομοτηναίοι συλλαμβάνονται πάλι αυτά τα τέσσερα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής και τους οδηγούν στην βουλγαρική Ασφάλεια που ήταν εγκατεστημένη στην οδό Βενιζέλου στο τότε οίκημα και γραφεία της Εθνικής Τράπεζας (σήμερα πρώην μαιευτική κλινική του ιατρού Χρήστου Ιωαννίδη). Εκεί οδήγησαν και εμένα, τον Μιχαήλ Μοσχόπουλο δικηγόρο, Χρήστο Αντωνιάδη κτηματία και πολλούς άλλους Κομοτηναίους πολίτες.

Πέρασαν χρόνια, χρόνια δύστυχα και εφιαλτικά για τον Ελληνισμό της Θράκης κατά από την βουλγαρική μπότα και κατοχή. Μαυρίλα στις ψυχές των Ελλήνων. Η προσπάθεια αφελληνισμού, το σάμου ζά Μπόλγκαρι (μόνο για τους Βουλγάρους τα τρόφιμα), ο εξαναγκασμός των πάντων να αλλάξουν εθνικότητα να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι για να δικαιούνται διανομές τροφίμων, οι κατασχέσεις των καταστημάτων των Ελλήνων μαζί με τα υπάρχοντα εμπορεύματα, οι εξώσεις από τα σπίτια, οι έρευνες, οι περιορισμοί στις κινήσεις, οι φόνοι, τα βασανιστήρια, οι ξυλοδαρμοί, οι εξορίες ήταν τα φρούτα της μαύρης κατοχής μας.

Έτσι ύστερα από την τετράχρονη ανελέητη σκλαβιά γλυκοχάραξε το φώς της ελευθερίας. Οι Βούλγαροι αποχωρούν και πάλι. Την 15 Απριλίου 1945 επανεγκαθίστανται και πάλι στην Κομοτηνή οι ελληνικές αρχές. Στην κορυφή της Τσανακλείου Σχολής κυματίζει το λάβαρο της ελευθερίας, η ελληνική σημαία. Επανεγκαθίστανται η Γενική Διοίκηση Θράκης. Το κακό όνειρο έσβησε. Τα βάσανα των Ελλήνων της Θράκης τελειώσανε. Ξανάρθε το φως της ελευθερίας για πάντα.

Πηγές
Θρακικά - Τόμος πρώτος

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Μια κυβερνητική θητεία δεν είναι αγώνας 100 μέτρων,   αλλά συνήθως μαραθώνιος.