ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου, 2019 - 10:00
ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ

Το Κάστρο της Κομοτηνής

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Με ύψος 9,60 μέτρα, 4 κυλινδρικούς και 13 τετράγωνους πύργους

Δεν έχει διευκρινιστεί ποιανού "κτίσμα Θεοδοσίου" ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του καθηγητή Στίλπωνα Κυριακίδη

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Το κάστρο της Κομοτηνής είναι ένα μνημείο συνώνυμο της ιστορίας της πόλης. Πρόκειται για ένα μικρό οχυρωματικό περίβολο, περίπου τετράγωνο σε κάτοψη, από το οποίο έχουν κατεδαφιστεί σχεδόν ολόκληρη η βόρεια πλευρά κατά μήκος της οδού Φρουρίου, μεγάλο μέρος της ανατολικής, στη θέση όπου ανεγέρθηκε μεταπολεμικά το 1ο Δημοτικό Σχολείο και τμήμα της νότιας πλευράς κοντά στη Λέσχη Κομοτηναίων, που κατεδαφίστηκε για να γίνει η διάνοιξη της οδού Σοφούλη.

Η χρονολόγηση του Κάστρου δεν είναι σαφής καθώς δεν αναφέρεται στις ιστορικές πηγές, παρά μόλις τον 14ο αιώνα. Οι βασικοί μελετητές του (Κυριακίδης, Μουτσόπουλος, Τσουρής) συμφωνούν και το τοποθετούν στην υστερορωμαϊκή παλαιοχριστιανική περίοδο (3ος - 6ος αιώνας) βάσει της τειχοδομίας. Μάλιστα ο καθηγητής Στίλπων Κυριακίδης σε νεαρή ηλικία ανέγνωσε κεραμοπλαστική επιγραφή σε πύργο της βόρειας πλευράς του κάστρου που σήμερα είναι κατεδαφισμένος, η οποία έγραφε "Θεοδοσίου κτίσμα". Έτσι στην αρχή θεώρησε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδόσιο Α' (379-395) κτήτορα του Κάστρου, χωρίς αυτό να τεκμηριώνεται περαιτέρω. Επειδή το όνομα αυτό ήταν πολύ κοινό εκείνη την εποχή θα μπορούσε ο Θεοδόσιος να ήταν ο πρωτομάστορας του έργου ή κάποιος τοπικός άρχων. Ωστόσο δεν αναγράφεται συνοικισμός ή ρωμαϊκός σταθμός στα αρχαία οδοιπορικά itineraria, ούτε στους γνωστούς χάρτες του Peutinger (4ος αιώνας) που είναι προγενέστερα της εποχής του Θεοδοσίου, συνεπώς το φρούριο ακόμη δεν είχε χτισθεί κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Το κτίσμα πιθανότατα διατηρούνταν ακέραιο και γι' αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην πραμάτεια του Προκοπίου "περί κτισμάτων" (6ος αιών), όπου αναφέρονται τα νέα μεγάλα έργα οχύρωσης και επισκευής οχυρών που πραγματοποιήθηκαν από τον εν λόγω βυζαντινό αυτοκράτορα. Την βυζαντινή παρουσία κατά την περίοδο του 10ου αιώνα, για την οποία δεν υπάρχουν γραπτές πηγές, βεβαιώνει και μια επιτύμβια επιγραφή επάνω στο κάλυμμα βυζαντινής λάρνακας που βρέθηκε παλιά στο γειτονικό με το ναό αρχαιότατο χριστιανικό νεκροταφείο και τώρα βρίσκεται τοποθετημένο στην ΒΑ εξωτερική πλευρά του Χαγιατιού του ναού δίπλα σε μια άλλη επιγραφή. Στην επιτύμβια επιγραφή υπάρχουν χαραγμένοι τρεις σταυροί και μια επιγραφή: "Τύμβος Λέωντος προέδρου Μαρωνείας".

Το αξίωμα του προέδρου ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά 963-969 ως στρατιωτικός τίτλος. Φαίνεται όμως πως παρόλη την απουσία μαρτυριών προϋπήρχε κάποιο αρχαιότερο πόλισμα. Ορισμένα αρχαία που βρέθηκαν μέσα στην πόλη αποτελούν πολύ θετικές μαρτυρίες για την υποστήριξη της θέσεως αυτής, όπως ένας επιτύμβιος βωμός τον 4ο π.Χ. αιώνα. Ένα ελληνιστικής εποχής δωρικό κιονόκρανο όπως και μια εικονιστική κεφαλή (πορτραίτο) που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όλα αυτά αποτελούν ισχυρές μαρτυρίες για την υποστήριξη της άποψης ότι στην ίδια θέση στον καίριο αυτόν οδικό κόμβο υπήρχε ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. ένα οργανωμένο ελληνικό πόλισμα. Κατά τα φαινόμενα ο οικισμός αυτός παρέμεινε ασήμαντος για πολλούς αιώνες, ίσως ως απλός σταθμός διερχομένων, αποτελούμενος από μικρά πανδοχεία. Γι' αυτό και το 1207 που πέρασε από εδώ ο Τσάρος των Βουλγάρων Σκυλογιάννης ενώ κατέστρεφε όσες πόλεις έβρισκε στο δρόμο του και μεταξύ αυτών την γειτονική Μοσυνούπολη, άφησε άθικτο το κάστρο. Οπότε οι κάτοικοι της κατεστραμμένης Μοσυνούπολης εγκαταστάθηκαν στην Κομοτηνή και στην Γρατινή και άρχισε να μεγαλώνει το πολύ μικρό πόλισμα που υπήρχε στο κάστρο. Ενώ ο οχυρωματικός περίβολος υφίσταται από τα υστερορωμαϊκά χρόνια, η πρώτη αναφορά στην πόλη γίνεται από τον Ιωάννη Καντακουζηνό το 1331 ο οποίος μας αναφέρει τον οικισμό ως πόλισμα και πολύχνιον Κουμουτζηνά. Το 1343 ο Νικηφόρος Γρηγοράς την αποκαλεί Κομοτηνή. Επίσης για πολύ μικρό διάστημα την είχε ως πρωτεύουσα ο άρχοντας της Θράκης Ματθαίος Καντακουζηνός εκείνη την εποχή, πριν κάνει βέβαια πρωτεύουσά του την Γρατινή.


Οι εμφύλιοι πόλεμοι όμως μεταξύ των Βυζαντινών τους αποδυνάμωσε με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί με αρχηγό τον Γαζή Εβρενός να εισβάλουν στην Θράκη το 1361 καταλαμβάνουν το Διδυμότειχο και το 1362-63 την Κομοτηνή. Έκτοτε στοιχεία για το κάστρο και την Κομοτηνή έχουμε από τους περιηγητές που περνάνε από εδώ. Το 1923 ανώνυμος συγγραφέας αναφερόμενος στην χρήση του οχυρωματικού περίβολου λέει: Το εσωτερικό του μέρος χρησιμεύει ως κτηνιατρείο από την Μεραρχία, το υπόλοιπο κατοικείται από πτωχούς Ισραηλίτες. Εδώ δε βρίσκεται μια αρχαία εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η συναγωγή των Ιουδαίων. Μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το εσωτερικό του κάστρου αποτελείται εκ της μίας από τις δύο εβραϊκές συνοικίες της πόλης και κατοικείται αποκλειστικά και μόνο από Εβραίους. Τον Μάρτιο του 1943 οι Εβραίοι της Κομοτηνής αιχμαλωτίζονται και στέλνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αμέσως τότε ο βουλγαρικός στρατός κατοχής γκρεμίζει όλον τον εντός των τειχών συνοικισμό τους.

Όσον αφορά το κάστρο σωζόταν σχεδόν ακέραιο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα με εξαίρεση μικρής έκτασης καταστροφής επάλξεων και πύργων πιθανόν από την εποχή του Εβρενός που έχτισε το χαμάμ, την αγορά, το τζαμί και το πτωχοκομείο. Επίσης για χτίσιμο οικιών γύρω κατοίκων. Το 1910 οι τουρκικές αρχές πάλι κατεδάφισαν μερικώς τους πύργους και τις επάλξεις στην νότια και την δυτική πλευρά του κάστρου για την ανέγερση του κτιρίου της σημερινής Μεραρχίας και του παλαιού Δικαστικού Μεγάρου τότε Διοικητήριο. Επίσης μεγάλης έκτασης καταστροφή στο μνημείο συντελέστηκε υπό ελληνικής διοίκησης το 1921-1922, όταν κατεδαφίστηκε μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς και σχεδόν ολόκληρη η βόρεια, γιατί απλώς θεωρήθηκε άχρηστο από τον τότε γενικό διοικητή Θράκης Δάσιο. (Μάλιστα ο δήμος προς τιμή του έδωσε και οδό πίσω από το εστιατόριο "Τ' Αδέλφια". Ευτυχώς πριν πολλά χρόνια την ανακαλέσανε). Η τελευταία πράξη του ακρωτηριασμού του συντελέστηκε το 1950 όταν καταστράφηκε μέρος της νότιας πλευράς, πλησίον του κτιρίου της Λέσχης Κομοτηναίων, για την διάνοιξη της οδού Σοφούλη.

Ο οχυρωματικός περίβολος είναι σχεδόν τετράγωνος σε κάτοψη με την νότια πλευρά του να εμφανίζει σαφή κάμψη στο ανατολικό τμήμα της. Το μήκος των πλευρών είναι σχεδόν ίσο δυτικά 125 μ., νότια 115 μ., βόρεια 118 μ., ανατολικά 114 μ. και περικλείουν χώρο 14.435 τ.μ. περίπου. Το κτίσμα βρισκόταν σε επίπεδο έδαφος, όπως μας πληροφορούν περιηγητές από τα μεσαιωνικά ήδη χρόνια. Είναι χτισμένο δίπλα σε ποτάμι, τον γνωστό Μπουκλουντζά, ο οποίος πριν την εκτροπή της κοίτης του περνούσε νότια του κάστρου, η εκτροπή έγινε επί επταετίας ένα χιλιόμετρο νότια της Καρυδιάς. Ο Bertrudon de la Broguiere τον 15ο αιώνα κάνει σαφή αναφορά στο ποτάμι που έρεε δίπλα στα τείχη. Η ίδρυση οχυρών δίπλα σε ποτάμια ήταν συνηθισμένη πρακτική στη βυζαντινή καστροκτισία για την εξασφάλιση νερού και για αμυντικούς σκοπούς. Ερείπια από τέτοια quadriburgia και Castra με διαρρύθμιση πανομοιότυπα με αυτήν της Κομοτηνής έχουν εντοπιστεί σε όλη την άλλοτε Επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Βρετανία μέχρι την Ιορδανία. Αν αληθεύει η χρονική τοποθέτηση τον 4ο αιώνα μ.Χ. τα τείχη περιέβαλλαν αρχικά ρωμαϊκό στρατόπεδο και όχι οικισμό. Κρίνοντας από το μέγεθος πρέπει να φιλοξενούσε υπό κανονικές συνθήκες περί τους 500 άνδρες και εν ανάγκη, όπως σε περιόδους εκστρατείας πολύ περισσότερους. Το κάστρο δεν έφερε στην εξωτερική του περίμετρο τάφρο, όπως σωστά μας πληροφορεί ο Εβλιά Τσελεμπί στα μέσα του 17ου αιώνα. Το μικρό αυτό φρούριο έφερε 4 κυλινδρικούς προεξέχοντες πύργους στις τέσσερις γωνίες του, διαμέτρου 6,5 μ. περίπου καθώς επίσης και δεκατρείς προεξέχοντες, τετράγωνους σε κάτοψη, ενδιάμεσους αμυντικούς πύργους. Οι τελευταίοι προβάλουν του τείχους κατά 4  με 4,5 μ. και το πλάτος τους κυμαίνεται από 6,5 έως 8 μ. περίπου.

Τέσσερις τετράγωνοι αμυντικοί πύργοι βρίσκονται στην ανατολική του πλευρά και από τρεις στις υπόλοιπες. Οι πύργοι είτε ορθογωνικοί είτε πολυγωνικοί είτε κυκλικοί που μεσολαβούν δεν μπορεί να απέχουν περισσότερο μεταξύ τους από το διπλάσιο (μέγιστο όριο) μήκος βολής βέλους (για όλους καθαρά αμυντικούς). Όσον αφορά τις πύλες του κάστρου κάποια νέα στοιχεία που προέκυψαν μας δίνουν την δυνατότητα να διατυπώσουμε μια άποψη διαφορετική από την έως τώρα επικρατούσα. Ο Τσελεμπή στην αναφορά του για το κάστρο λέει "...Πύλες έχει δύο εν όλο, η μία βλέπει προς νότο εις την πλατεία της αγοράς η δε άλλη προς ανατολάς... Το γεγονός όμως ότι το κάστρο δεν είναι απόλυτα προσανατολισμένο προς τον βορρά αποτέλεσε την αιτία αποπροσατολισμού του Τσελεμπί. Η νότια πλευρά στην οποία αναφέρεται ύπαρξη πύλης είναι στην πραγματικότητα η ανατολική. Φέτος ήδη σε ανασκαφές που έκανε η Αρχαιολογική Υπηρεσία ανευρέθησαν τα θεμέλια της στην αυλή του σχολείου. Πριν κάποια χρόνια μάλιστα όταν κάνανε κάποιον καθαρισμό του τείχους από χόρτα κλπ ένας εργάτης βρήκε ένα μικρό "θησαυρό" από βυζαντινά χάλκινα νομίσματα κρυμμένα, μέσα σε μια μικρή τρύπα του τείχους, πιθανόν από στρατιώτη της εποχής εκείνης και τα παρέδωσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής.

Από το κείμενο ανώνυμου συγγραφέα, Συμβολή εις την ιστορία των αρχαιοτήτων της πόλεως Κομοτηνής, 1923, πληροφορούμαστε ότι υπήρχαν τέσσερις πύλες "δύο μεγάλοι και δύο μικρότεροι, παραπυλίδες μάλλον". Αναφέρει ότι στην βόρεια πλευρά του κάστρου υπάρχει κεντρική πύλη δεξιά της οποίας διέκρινε ο ίδιος την κεραμοπλαστική επιγραφή που ανέγνωσε ο Κυριακίδης ως "Θεοδοσίου κτίσμα". Επομένως οι δύο κύριες πύλες χωροθετούνταν στην βόρεια και ανατολική πλευρά. Είχαν τοξωτό ανώφλι και το άνοιγμά τους υπολογίζεται γύρω στα 2,5 μ. - 3 μ. Το πλάτος του υπερκειμένου πύργου ήταν σαφώς μικρότερο από αυτό των άλλων αμυντικών πύργων. Όσον αφορά τις παραπυλίδες ήταν στενές βοηθητικές θύρες ανοιγμένες απευθείας στο τείχος πλησίον κάποιου προεξέχοντος πύργου, ώστε να τους προσφέρει αμυντική κάλυψη. Η μια βρισκόταν στην νότια πλευρά, αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως είσοδος της αυλής του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου εντός του κάστρου. Για την δεύτερη δεν υπάρχουν στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί η θέση της προφανώς όμως βρισκόταν στη βόρεια ή στην ανατολική πλευρά, στα τμήματα που σήμερα είναι κατεδαφισμένα. Σχετικά με τον τρόπο δομής του οχυρωματικού περιβόλου, οι παρειές του είναι κατασκευασμένες από λειασμένες ποταμίσιες κροκάλες, ενώ το εσωτερικό γεμίζει με χυτό υλικό. Στην κατασκευή παρεμβάλλονται οριζόντιες ζώνες τεσσάρων σειρών πλίνθων που ενίσχυαν την συνοχή της. Το πάχος των ζωνών αυτών είναι 30 εκατοστά και οι διαστάσεις της κάθε πλίνθου είναι 30x30x4 εκ. (είναι η ζώνες από τα τούβλα που βλέπουμε).

Ο περίδρομος του περιβόλου βρισκόταν γύρω στα 9 μ. πάνω από το αρχικό δάπεδο, ενώ στις θέσεις των πύργων υψωνόταν επιπλέον κατά 1,3 μ. περίπου οι πλευρικοί τοίχοι του πύργου ήταν ακόμα περισσότερο υπερυψωμένοι 1 μ. περίπου. Το κτίσμα στρεφόταν με οδοντωτές επάλξεις σε όλη του την περίμετρο με πάχη από 55 έως 65 εκ., το καθαρό πλάτος του περιδρόμου είναι γύρω στα 2 μ. και το συνολικό πάχος του τείχου 2,6 μ. Όλοι οι πύργοι είχαν τοξοθυρίδα πλάτους 1 μ. Οι πύργοι είχαν είσοδο εσωτερικά από τα 2,5 μ. περίπου πάνω από το αρχικό έδαφος. Εσωτερικά δεν υπήρχε ξύλινη σκάλα. Τον κυλινδρικό πύργο της νοτιοανατολικής γωνίας πιθανόν τον χρησιμοποιούσαν ως συλλέκτες νερού μια και ο πύργος αυτός προσέγγιζε στην κοίτη του παρακείμενου ρέματος. Επίσης εξαίρεση αποτελεί και ο μόνος σωζόμενος σε ύψος, τετράγωνης κάτοψης πύργος, που βρίσκεται στην νότια πλευρά πίσω από το καμπαναριό ακριβώς. Αυτός έχει μεγαλύτερες διαστάσεις από τους υπόλοιπους (6,2 x 9 μ.). Δίπλα του μάλιστα υπάρχει η παραπυλίδα, που εισέρχονταν στην αυλή του μητροπολιτικού ναού. Ως προς τον πύργο μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι ήταν χώρος φύλαξης πολύτιμων αντικειμένων (θησαυροφυλάκειο) ή ακροπύργιο.

Στο κάστρο κατά τον 10ο - 13ο αιώνα έχουν γίνει εκτεταμένες επεμβάσεις κάτι που το διακρίνουμε σε πολλά σημεία. Η πρόσφατη διάνοιξη της οδού Νικηφόρου Γρηγορά δυτικά του μνημείου (δεκαετία '90) δείχνει την γενικότερη αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης των μνημείων. Μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε κοινωνική ευαισθησία απέναντι στο παρελθόν και τα κατάλοιπά του. Έτσι το κάστρο από την στιγμή που έχασε την λειτουργική του αξία θεωρήθηκε εμπόδιο. Το εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο χαρακτηρίζει τους ελεύθερους χώρους εντός και πέριξ του κάστρου ως χώρους αναψυχής. Μάλιστα προγραμματίζουν διάνοιξη πεζοδρόμου στην νοτιοανατολική εξωτερική περίμετρο του τείχους. Εμείς αναμένουμε.

Πηγές
geonews.gr - Τείχος Κομοτηνής
Μουτσόπουλος Νικόλαος - Θρακική Επετηρίδα - Τόμος 7
Έντυπο του πολιτιστικού συλλόγου περιοχής Βυζαντινού Φρουρίου Κομοτηνής "Το Κάστρο της Κομοτηνής" του Γιάννη Βασιλειάδη και Ευθυμίας Παπασωτηρίου

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Αν και τα πράγματα κυλούσαν πολύ ήρεμα, έως υποτονικά  μέχρι τώρα στην προεκλογική αντιπαράθεση στο δήμο Κομοτηνής, θέλοντας ίσως οι περισσότεροι να κρατήσουν  ένα επίπεδο πολιτικού πολιτισμού,  φαίνεται ότι