fbpx Καλλιθέα: το χωριό που αργοσβήνει
ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 25 Ιανουαρίου, 2020 - 10:00
ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ «ΤΡΑΚΑΤΡΟΥΚΗΔΕΣ»

Καλλιθέα: το χωριό που αργοσβήνει

ΑΡΘΡΑ
Καλλιθέα
Παράσχος Ανδρούτσος

Με ρίζες από την Αχρίδα των Σκοπίων και καταγωγή από το Κίζδερβεν Μικράς Ασίας

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος
 

Οι κάτοικοι της Καλλιθέας είναι γνωστοί με τα ονόματα «Τρακατρούκηδες», «Τρακατρούκες» και «Ροκατζήδες». Ως προς την καταγωγή τους η επικρατέστερη γνώμη που εμφανίζεται στην προφορική παράδοση των ιδίων των Κιζδερβενιωτών, αλλά και σε ιστορικές πηγές, είναι ότι η καταγωγή τους είναι από την βυζαντινή Αχρίδα των Σκοπίων, 10 χιλιόμετρα από τις Πρέσπες. Οι κάτοικοι της Αχρίδας, Οχρίδας κατά τους Σλάβους, κατάγονταν από την αρχαία ελληνική φυλή των Δεσσαρητών. Οι αρχαίοι αυτοί Έλληνες πρόγονοι των Κιζδερβενιωτών συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Περσία.

Γύρω στο 1470, 30 περίπου οικογένειες Ελλήνων και Ελληνοβλάχων από την Αχρίδα με εντολή του Μωάμεθ Β' επειδή βοήθησαν τον Γιώργο Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη κατά τους Αλβανούς μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή της Μικράς Ασίας που βρίσκονταν σε ένα φυσικό πέρασμα μεταξύ τεσσάρων βουνών. Εγκαθίστανται γύρω από ένα τεράστιο βυζαντινό χάνι που το επισκεύασε ο Τεκελή Μεχμέτ Πασάς.

Το χάνι αυτό βρίσκεται επί λιθόστρωτου δρόμου γνωστού ως η λεωφόρος Βαγδάτης που στα βυζαντινά χρόνια ένωνε την Κωνσταντινούπολη με την Βαγδάτη διασχίζοντας το κέντρο του μετέπειτα Κίζδερβεντ. Αυτή η ιστορική οδός συνέβαλε στην πρόοδο και την ανάπτυξη του χωριού μαζί με το μεγαλοπρεπές χάνι.

Το χάνι ήταν ένα τεράστιο οικοδόμημα 200x100 και ύψος 9 μέτρα, διέθετε περιμετρικά 150 δωμάτια θερμαινόμενα με τζάκι, στο κέντρο το μεγάλο διαμέρισμα φιλοξενούσε γύρω στα 1.500 άτομα για διανυκτέρευση. Λόγω λοιπόν και της πλεονεκτικής θέσης φιλοξενούσε μεγάλες προσωπικότητες και ανθρώπους διαφορετικών λαών.

Αμέσως μετά την εγκατάσταση τους υποχρεώνονται από το οθωμανικό κράτος να προστατεύουν το σημαντικό αυτό χάνι με φρουρά δέκα κοριτσιών και δέκα ανδρών οι οποίοι θα περιφρουρούσαν κυρίως τις ταχυδρομικές χρηματαποστολές, που κινδύνευαν από τους ληστές σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων, όσο ήταν και το φυσικό αυτό πέρασμα το Δερβένι.

Σε μια συμπλοκή κάποτε με ληστές σκοτώθηκε ένα κορίτσι φρουρός. Ο Σουλτάνος μόλις πληροφορήθηκε την ηρωική πράξη του κοριτσιού, με φιρμάνι τους παραχώρησε το χάνι και μια έκταση 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων απαλλάσσοντάς τους από τον κεφαλικό φόρο.

Έκτοτε τιμητικά λόγω του θανάτου του κοριτσιού ο οικισμός ονομάστηκε ΚΙΖ-ΔΕΡΒΕΝΤ από το Κιζ (κορίτσι) και το Δερβέντ (στενό πέρασμα).

Οι κάτοικοι ασχολούνταν και με την γεωργία, την κτηνοτροφία και την σηροτροφία, γι αυτό και τα σπίτια τους ήταν διώροφο και τριώροφα όπου στο πάνω όροφο εκτρέφανε τους μεταξοσκώληκες φτιάχνοντας το καλύτερο μετάξι της περιοχής, επίσης ασχολούνταν με την παραγωγή κάρβουνου κι με την ταπητουργία. Μέχρι και σήμερα οι τωρινοί Τούρκοι κάτοικοι κατασκευάζουν μεταξένια χαλιά ανωτέρας ποιότητας.

Στην πλατεία δίπλα στο χάνι κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι όπου συνέρεαν οι κάτοικοι και οι έμποροι των γύρω χωριών.

Εκκλησία του χωριού ήταν η Αγία Παρασκευή τώρα μόνο τα θεμέλια της υπάρχουν. Υπήρχε και ένα παρεκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Οι ιερείς έψελναν στην ελληνική γλώσσα. Στην πλατεία υπήρχαν πολλά πλατάνια όπως και η φημισμένη βρύση "Μπας τσεσμέ". Το γλωσσικό ιδίωμα των Κιζδερβενιωτών είναι κράμα πολλών γλωσσών σερβικών, ρωσικών, αραβικών, αρβανίτικων, τουρκικών με ένα μεγάλο μέρος ελληνικών. Ως εκ τούτου πολλές λέξεις είναι αυτούσια ελληνικές, άλλες ελαφρά παραποιημένες ή ακόμα και παράγωγά τους. Η γλώσσα αυτή δεν μιλιέται σε κανένα άλλο μέρος της γης. Πιστεύω ότι η ιδιόμορφη αυτή γλώσσα πρωτοδημιουργήθηκε και άρχισε να μιλιέται στο Κιζδερβέντ - από την πρόσμιξη λέξεων που δανείστηκαν γιατί προφέρονταν εύκολα και ακούγονταν εύηχα - πρώτα από τις τρεις γλωσσικές ομάδες των πρώτων κατοίκων που μιλούσαν ελληνικά, βλάχικα και αρβανίτικα και αργότερα από τους Οθωμανούς και από τους Άραβες που διέμεναν στο χάνι δημιουργώντας έτσι την λεγόμενη τρακατρούκικη γλώσσα.

Σχολείο λειτουργούσε από το 1884 με πρώτο δάσκαλο τον Βασίλειο Παπαϊορδανίδη, ήταν επταθέσιο και διώροφο.

Οι Κιζδερβενιώτες είχαν πάντα ελληνική συνείδηση και το απέδειξαν στην ιστορία τους.

Υποστήριξαν την ελληνική επανάσταση του 1821. Μάλιστα ο Ρήγας Φεραίος όταν επισκέφθηκε το χωριό τους μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία και πρόσφεραν 200 χρυσές λίρες για τον απελευθερωτικό αγώνα. Στην απογραφή του 1919 είχε 650 οικογένειες με 2.800 κατοίκους. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αρνούμενοι να πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων πολλοί διέφυγαν στην Ελλάδα. Όσοι έμειναν στρατολογήθηκαν από τους Τούρκους στα Αμελέ Ταμπουρού (Τάγματα Εργασίας), μόνο το 2% επέστρεψαν πίσω. Το 1920 λόγω κάποιων στοιχείων της βουλγαρικής γλώσσας που έχουν, επισκέφτηκε το χωριό τους αντιπροσωπεία της βουλγαρικής Εξαρχίας με σκοπό να τους πάρει με το μέρος τους. Τότε αυτοί τους απάντησαν ότι ούτε η γλώσσα ούτε η θρησκεία μας δεν καθορίζει την εθνικότητά μας, παρά μόνο η εθνική ελληνική συνείδησή μας και τους έδιωξαν.

Κατά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στην Σμύρνη στις 2 Μαΐου του 1919 επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός στο Κιζδερβέντ. Η περιοχή τους όμως χαρακτηρίστηκε ως ουδέτερη ζώνη.

Οι Τσέτες όργανα του σφάχτη Μουσταφά Κεμάλ αρχίζουν τα αντίποινα, τρομοκρατούν, λεηλατούν και πυρπολούν τα αφύλαχτα ελληνικά χωριά. Τον Ιούνιο και τον Αύγουστο γίνονται απάνθρωπα σκηνικά φρίκης στα γύρω ελληνικά χωριά. Ο πρόεδρος του Κίζδερβεντ Αναστάσιος Πεϊπιλακίδης ζήτησε από τον ελληνικό στρατό να τους δώσουν όπλα όπως και έγινε.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1920 ημέρα του Τιμίου Σταυρού, την ώρα που η καμπάνα καλούσε τους πιστούς να εκκλησιασθούν, 3.000 Τσέτες επιτίθεντο στο χωριό. Οι Κιζδερβενιώτες όμως ήταν πανέτοιμοι τους περίμεναν. Έτσι νικούν τους Τσέτες αναγκάζοντας τους σε άτακτη υποχώρηση.

Στην μάχη σκοτώθηκαν 100 Τσέτες και 6 Κιζδερβενιώτες μάρτυρες. Φοβούμενοι οι Κιζδερβενιώτες ότι θα επιστρέψουν οι Τσέτες το απόγευμα εγκαταλείπουν το χωριό με πολύ λίγα υπάρχοντα πηγαίνοντας στο Παζάρκιοϊ όπου έδρευε ο ελληνικός στρατός. Πράγματι οι Τσέτες επέστρεψαν τρείς μέρες αργότερα και έκαψαν ολοσχερώς το χωριό. 

Ένα χωριό που άνθισε και έλαμψε για πάνω από 400 χρόνια με αυτούς τους υπέροχους ηρωικούς ανθρώπους έγινε στάχτη σε λίγες ώρες. Το όνειρο να ξαναγυρίσουν πίσω απομακρύνεται. Τώρα κοιμούνται σε σκηνές περιμένοντας κάποιους να τους δώσει ένα κομμάτι ψωμί.

Δύο χρόνια μετά τον Σεπτέμβριο του 1922 με την Μικρασιατική Καταστροφή, ξεριζώνονται από τα εδάφη τους. Αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να έλθουν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Στην προσπάθειά τους να σωθούν πολλοί χάνονται μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Δημητρίου Ραχμανίδη. Μικρό παιδάκι αυτός χάθηκε και έμεινε στο Κίζδερβεντ. Τον προστάτεψε τότε κάποιος Τούρκος ο οποίος και τον μεγάλωσε. Ο Δημήτριος Ραχμανίδης έμεινε στο Κίζδερβεντ όπου και δημιούργησε την οικογένειά του. Μετά από χρόνια αναζήτησε τους δικούς του στην Ελλάδα τους οποίους βρήκε στη Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής. Από τότε αυτός και η οικογένειά του, όπως και οι απόγονοί του σήμερα διατηρούν σχέση μεταξύ τους και ανταλλάσσουν επισκέψεις.

Οι Κιζδερβενιώτες από τα λιμάνια της Κίου και των Μουδανιών, αποβιβάζονται απέναντι στη Ραιδεστό και στη Σηλυβρία και λίγες μέρες μετά με τρένο φθάνουν στην Κομοτηνή. Αρχικώς φιλοξενούνται σε μουσουλμανικά χωριά της Ροδόπης. Το 1924, 84 οικογένειες εγκαθίστανται στο νεοϊδρυθέν χωριό Καλλιθέα και οι υπόλοιποι εγκαθίστανται στην Κομοτηνή, στον Ροδίτη, την Πάνδροσο, τους Ασωμάτους, τον Έβρενο και την Αμβροσία.

Το 1924 ο κύριος όγκος των Κιζδερβενιωτών φεύγει από την Ροδόπη, οι περισσότεροι εγκαθίστανται στα χωριά Βαλτοτόπι, Ρύζια, Καμποχώρι, Φιλυριά, Γερακίνα, Εύρυπο και Πολύπετρο του Κιλκίς. Στη Κρύα Βρύση Πέλλας. Στη Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής. Στο Νικομηδινό και τον Ακροπόταμο Θεσσαλονίκης. Στον Προβατά, Αλιστράτη, Νέα Ζίχνη και Φωτολίβος Σερρών. Στην Καλλιθέα, Σιταγρούς, Αγία Παρασκευή και Ν. Κοτσάρα της Δράμας. Στο Όλβιο, Γκιώνα, Πεζούλα, Γενησέα και Σούνιο Ξάνθης. Ορισμένοι εγκαταστάθηκαν και στην Αθήνα.

Όλοι αυτοί που το βράδυ κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι ξύπνησαν φυγάδες, που άφησαν εκεί τα σπίτια τους, τα όσια και ιερά τους, που παράτησαν παιδιά και γονείς άταφους, ήλθαν εδώ, και παρά τον πόνο που κουβαλούσαν στην ψυχή τους, δούλεψαν σκληρά, έχτισαν ξανά την περιουσία τους και συνέβαλαν στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της πατρίδας μας. Μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους τον πολιτισμό τους, την μουσική τους, τους χορούς, τα ήθη και έθιμά τους.

Η ενδυμασία των ανδρών Κιζδερβενιωτών αποτελείται από ένα φέσι με μακριά φούντα που φορούσαν στο κεφάλι τους. Τα παντελόνια τους ήταν μαύρα ή καφέ που έμοιαζαν με τουρκικές βράκες. Η γυναικεία ενδυμασία είχε τις ιδιορρυθμίες της αρχαίας Αχριδοηπειρώτικης ενδυμασίας. Οι γυναίκες φορούσαν ένα κόκκινο βαμβακερό καπέλο κεντημένο. Πάνω από το καπέλο φορούσαν ένα κασκόλ. Επίσης φορούσαν μακρύ παλτό με μια ζώνη στη μέση. Από πάνω φορούσαν ποδιά, οι κάλτσες ήταν άσπρες μέχρι το γόνατο.

Τα έθιμά τους διέφεραν από τα γύρω γειτονικά χωριά. Πριν τα Χριστούγεννα νήστευαν για σαράντα μέρες. Επίσης δεν εργάζονταν, γιατί πίστευαν πως οι Καλικάντζαροι θα τους κατέστρεφαν τα έργα που θα έφτιαχναν. Την παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά κρατώντας μια βέργα στο χέρι λέγανε τα κάλαντα. «Κολέντο Κολέντο Κοσκολέντο. Μαχέρ Τζίτο, μαχέρ άρπα, μαχέρ μισίρ, μαχέρ χαϊβάνι, μαχέρ κοκόσκι σο πιλίστα». Δηλαδή ευχόταν στον νοικοκύρη να υπάρχει άφθονο σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, ζώα, κότες και κλωσόπουλα. Τότε ο νοικοκύρης τους έδινε αυγά, φρούτα και χρήματα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων έφτιαχναν κούνιες. Τα παλληκάρια τραγουδούσαν ερωτικά τραγούδια και πετούσαν στα κορίτσια καραμέλες και στραγάλια.

Όταν χόρευαν οι άνδρες και οι γυναίκες, χόρευαν ξεχωριστά και ποτέ δεν κρατούσαν μεταξύ τους τα χέρια στον χορό. Οι χοροί που χόρευαν ήταν ο συρτός, τα τσιφτετέλια και τα ζεϊμπέκικα. Ο αρραβώνας κρατούσε 3 με 7 χρόνια. Αυτή η περίοδος ήταν του μικρού χαλβά και μοιράζονταν δώρα μεταξύ τους. Η δεύτερη περίοδος του μεγάλου χαλβά και δίνονταν ο συνοικέσιος λόγος, τότε οι γονείς του γαμπρού κρεμούσαν στη νύφη ένα πεντόλιρο. Την τρίτη περίοδο γινόταν ο γάμος. Η κοινωνία τους ήταν πολύ κλειστή και γινόταν οι γάμοι αυστηρά μεταξύ τους. Αργότερα όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα άρχισαν να εγκαταλείπουν αυτήν την συνήθεια. Όταν πήγαιναν να δουν τα προικιά της νύφης έλεγαν πάμε να δούμε την προύσα και αυτό γιατί τα προικιά αγοράζονταν από την Προύσα με τα ονομαστά υφαντά και τα μεταξωτά.

Παραδοσιακά εδέσματα τους ήταν τα αλμυρά μπυρέκια και ο γλυκός γκιόζλεμες, αυτά τα κάνανε οι νύφες και τα στέλνανε στον γαμπρό, όπως και τις απόκριες όλα τα σπίτια κάνανε τα μπυρέκια. Την Πρωτοχρονιά έφτιαχναν τσουρέκια και βασιλόπιτα που έβαζαν μέσα ένα κέρμα. Επίσης έκαναν πιλάφι. Το κρέας και το κοτόπουλο ήταν απαραίτητο στο τραπέζι. Οι μικρότεροι φιλούσαν το χέρι του μεγαλύτερου. Έτσι αγαπημένοι άρχιζαν το φαγοπότι. Ο πατέρας έκοβε την βασιλόπιτα. Όποιος έβρισκε το κέρμα ήταν ο τυχερός της χρονιάς.

Στη μεγάλη πιατέλα με το πιλάφι και εκεί υπήρχε ένα κέρμα οπότε τρώγοντας όλοι κάποτε έπεφτε σε κάποιον το κέρμα. Την επομένη ημέρα αυτοί που βρήκαν τα κέρματα άναβαν κερί στην εκκλησία.

Τον Σεπτέμβριο του 2019 πραγματοποιήθηκε στον νομό Ροδόπης στον Ροδίτη το 10ο αντάμωμα των Κιζδερβενιωτών με μεγάλη επιτυχία. Σήμερα η Καλλιθέα αργοσβήνει έχει γίνει ένα χωριό γερόντων. 

Τα τελευταία χρόνια βέβαια άξιοι Κιζδερβενιώτες του χωριού δημιούργησαν ειδική σελίδα στο διαδίκτυο του οικισμού όπου μαζί με τον Εκπολιτιστικό Μορφωτικό Σύλλογο Μικρασιατών Κιζδερβενιωτών αναδεικνύουν τα προβλήματα του χωριού ενημερώνοντας τους κατοίκους όπως και τους απανταχού Κιζδερβενιώτες, αυτούς τους γνήσιους Έλληνες πατριώτες κι όχι μόνο.

Πηγές
Πολυκράτης Παντσίδης
Δέσποινα Παρασκευά Κράνη
Στράτος Δαδάκης
Αμαλία Γαρυφαλλίδου
Νικόλαος Βερβερίδης
Χρήστος Κυμπαρίδης
Τριανταφυλλιά Δαλκυριάδου

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Κάθε μέρα  ένα διαφορετικό χτύπημα, μία νέα επιθετική ενέργεια εν είδη  εκβιαστικής ρητορικής από τον Ταγίπ Ερντογάν,  που περνάει από την γραφικότητα  και τη ανυπόστατη διπλωματία, σε επικίνδυνα μονοπάτια.