fbpx Η ζωή των κτηνοτρόφων της Μαρώνειας
ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 24 Οκτωβρίου, 2020 - 10:00
ΟΠΩΣ ΤΑ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΓΝΩΣΤΟΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Η ζωή των κτηνοτρόφων της Μαρώνειας

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Πως διατηρήθηκε η μεγαλόσωμη ράτσα των γιδοπροβάτων όπως αναφέρεται στα έπη του Ομήρου και στην εποχή του Κύκλωπα Πολύφημου

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος
 

Είναι γνωστό ότι από τα αρχαία χρόνια και από την μυθολογία ακόμα, ότι οι Μαρωνίτες ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία και είχαν μια ιδιαίτερα μεγαλόσωμη ράτσα γιδοπροβάτων. Όπως γνωρίζουμε και από τον Κύκλωπα Πολύφημο που ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του δέθηκαν κάτω από τα πρόβατα για να βγουν μέσα από την σπηλιά του. Η ασχολία αυτή των Μαρωνιτών με την κτηνοτροφία όλα τα χρόνια συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι οικογένειες που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία πριν και μετά το 1900 ήταν, η οικογένεια των Μαργαριταίων, η οικογένεια των Κυρατζογλαίων, η οικογένεια των Κουρουγιανναίων, η οικογένεια ων Καψιμαλαίων ,η οικογένεια του Παράσχου Φρατζίδη , η οικογένεια του Άγγελου Περβανά και πολλών άλλων. Διατηρώντας μεγάλα κοπάδια από πρόβατα, γίδια, γελάδια και άλογα.

Μετά το 1950 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και τρεις οικογένειες Σαρακατσαναίων από τα Τσελιγκάτα της Δράμας που ασχολήθηκαν με την προβατοτροφία γύρω από το χωριό, . Ήταν οι οικογένειες του Κούκου Δημητρίου, του Αθανασούλα Κώστα και οι οικογένειες των Πανέων Μιχάλη, Γιάννη και Κώστα .

Στην συνέχεια του γραπτού μας αφήνουμε τον Μαργαρίτη Ιωάννη του Σγουρή να μας διηγηθεί για την κτηνοτροφία της οικογένειάς του. Όπως μας ενημερώνει κατάγεται από τη μεγάλη αρχοντική οικογένεια του Μαρωνίτη Μαργαρίτη Μάρκου και τη γιαγιά Αθηνά από την αρχοντική οικογένεια των Σγουριδαίων.

Παλιότερα οι περισσότεροι Μαρωνίτες ήταν έμποροι στον τότε γνωστό κόσμο. Όλοι οι προπαππούδες τους είχαν ταπητουργία στην Μαρώνεια και έχοντας την πρώτη ύλη δηλαδή το μαλλί των προβάτων και την τρίχα των κατσικιών έφτιαχναν οι υπάλληλοί τους με τους αργαλειούς του χωριού χειροποίητα υφάσματα τα οποία προορίζονταν για την ενδυμασία πρώτα των ιδίων, των παιδιών τους, του προσωπικού τους και προς πώληση. Μάλιστα είχαν ειδικά βαφεία στο χωριό που τα έβαφαν με φυσικά χρώματα της εποχής εκείνης (καφέ, μπορντό και μαύρο), όπως και λευκές φανέλες από το λευκό μαλλί των προβάτων.

Οι Μαργαριταίοι όλα τα χρόνια μέχρι το 1945 που άρχισε ο εμφύλιος και έγινε επικίνδυνη η βοσκή στα βουνά σε μακρινές αποστάσεις, είχαν 3.500 γίδια, 1.500 πρόβατα, 350 γελάδια και 70 άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια.

Οι οικογένειες του Μαργαρίτη Μάρκου που ήταν η κεφαλή όλων των οικογενειών των ιδιοκτητών των κοπαδιών που αποτελούνταν από τα τέσσερα αγόρια του που ήταν ο Σγουρής, ο Χαράλαμπος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης. Επίσης είχε τέσσερα κορίτσια που είχαν παντρευτεί στη Θεσσαλονίκη που δεν ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και ήταν η Μαρία, η Ευδοξία, η Ελευθερία και η Βαγιανή.

Το χειμώνα τα ζώα τα βοσκούσανε στην περιοχή της Μαρώνειας, των Πετρωτών στο Γιαγκίν Τσιφλίκι, στην Σύναξη, στο Παχύ ρέμα. Στην περιοχή της χαράδρας του Αγίου Γεωργίου και στην τοποθεσία "Κερασιά" που βρίσκεται ανάμεσα στον αυχένα "Δόξα Θεού" και "Αγίου Γεωργίου", πολλές φορές οι βοσκοί μέχρι το 1955 συναντούσαν αρκούδες. Όλα τα χρόνια βέβαια υπήρχαν πολλοί λύκοι, τσακάλια, αλεπούδες, αγριόγατες και αγριογούρουνα. Στα αρχαία χρόνια στη Μαρώνεια ζούσαν και πάνθηρες, γι' αυτό και σε αρχαία νομίσματα της Μαρώνειας έχουν και τον πάνθηρα.

Όταν γεννούσαν τα γίδια και τα πρόβατα πάντα διαλέγανε τα πιο όμορφα και πολύχρωμα μικρά τους για να τα χρησιμοποιήσουν σαν "μπροστάρια", οδηγούς του κοπαδιού. Αυτά μόλις γινόταν ενός μηνός τα ευνουχίζανε ανοίγοντας με ένα κοφτερό μαχαίρι το σημείο των σάκων των όρχεων και πατώντας τα έβγαιναν έξω και οι δύο, αλείφοντας παράλληλα στο σημείο κρεολίνα (ένα είδος αντισηπτικού).

Στην αρχή τα βάζανε μικρά χάλκινα κουδουνάκια και όσο μεγαλώνανε βάζανε και μεγαλύτερα βάρους περίπου 2 κιλών. Όταν μεγάλωναν γινόταν σαν μικρά μοσχαράκια, μάλιστα ήταν περιζήτητα για το νόστιμο κρέας τους. Αυτά πάντα συνήθως πήγαιναν μπροστά και όταν αντιλαμβάνονταν κάποιο κίνδυνο φτερνιζόταν δυνατά οπότε τα υπόλοιπα ζώα καταλάβαιναν ότι κάτι συμβαίνει και όλο το κοπάδι ήταν σε εγρήγορση. Όταν άρχιζαν οι γέννες πάλι, χώριζαν τα ζώα που δεν είχαν γεννήσει, αυτά τα ένωναν μαζί με τα αρσενικά. Τα υπόλοιπα τις μάνες τα είχαν σε διαφορετικό κοπάδι μαζί με τα μικρά τους.

Τα τσομπανόσκυλα σε όλα τα κοπάδια ήταν πάνω από είκοσι και ήταν ο ντόπιος ελληνικός ποιμενικός Μαρωνίτης σκύλος, αυτοί ήταν σαν μικρά λιοντάρια, πολλές φορές οι τσομπάνηδες χάριν αστεϊσμού ανέβαιναν πάνω τους και τους καβαλούσαν.

Τα κουδούνια των ζώων ήταν πολλών χρονών από πάππου προς πάππου και ήταν όλα φτιαγμένα με μεγάλο μεράκι. Ορισμένα είχαν και ανάγλυφα σχέδια επάνω όπως λουλούδια, ανθρωπάκια, αστέρια και άλλα. Στο βουνό ακουγόταν ο χτύπος τους σαν συναυλία όμορφης ορχήστρας.

Στα τέλη Μαΐου αφού φόρτωναν πάνω στα άλογα και τα μουλάρια τα τρόφιμα, τα κλινοσκεπάσματα τους, τα κατσαρολικά, τα δοχεία για το γάλα, τον ρουχισμό κτλ ξεκινούσαν από την Μαρώνεια και μέσω των βουνών έφταναν στην Ξυλαγανή. Εκεί όταν βράδιαζε έμπαιναν στον δρόμο προς την Κομοτηνή. Όταν έμπαινε το πρώτο ζώο στην πόλη από το πρώτο κοπάδι το τελευταίο ζώο ήταν στα Δουκάτα. Τα ξημερώματα αφού ξεκουραζόταν μερικές ώρες έξω από τον Ήφαιστο, μέσω των Συμβόλων, αφού ξεχώριζαν τα κοπάδια απλωνόταν σχεδόν σε όλο το Παπίκιο Όρος από το Οχυρό της Νυμφαίας μέχρι το εγκαταλελειμμένο σήμερα φυλάκιο του στρατού "Μαχαίρα" πάνω από τα Θάμνα.

Οι βοσκοί που προσλάμβαναν προέρχονταν από πομάκικα χωριά που είχαν κάποια εμπειρία. Συμφωνία με τους βοσκούς έκαναν εξαμηνιαία ή ετήσια σε χρηματικά ποσά ή όσοι ήθελαν σε ζώα. Αυτοί οι Πομάκοι βοσκοί έγιναν αργότερα και οι ίδιοι κτηνοτρόφοι. Η ράτσα των γιδοπροβάτων ήταν η εντόπια ράτσα της Μαρώνειας που χάνεται στα βάθη των αιώνων, βλέπε μυθολογία τα πρόβατα του Κύκλωπα Πολύφημου. Όπως και η ράτσα των αλόγων που στα αρχαία νομίσματα της Μαρώνειας υπάρχει ανάγλυφο του αλόγου που εξέτρεφαν οι αρχαίοι Κίκονες στα βουνά του Ισμάρου.

Όταν έφταναν πάνω στο βουνό η πρώτη δουλειά τους ήταν να φτιάξουν τις καλύβες που θα έμεναν και θα αποθήκευαν όλα αυτά που μετέφεραν μαζί τους. Μετά έφτιαχναν τις "στρούγκες", τους χώρους δηλαδή συγκέντρωσης των ζώων. Ακολούθως έφτιαχναν τις "κρεμάστρες" που έδεναν ένα σχοινί από ένα δέντρο σε κάποιο άλλο δέντρο και πάνω σε αυτό το σχοινί έδεναν τα γίδια από τα μπροστινά τους πόδια για να μην τους ξεφύγουν όταν τα κούρευαν. Τα πρόβατα τα κούρευαν ξαπλωτά. Αυτή η εργασία γινόταν επί μια βδομάδα περίπου από ειδικούς κουρευτάδες καμιά δεκαριά, στο τέλος στρωνόταν τράπεζα με διαφορετικά είδη κατσικίσιου φαγητού και άφθονο ούζο. Όταν τέλειωναν το φαγοπότι έφτιαχναν με την ντουρβάνα και έπιναν το δροσερό ξινόγαλο. 

Σε λίγο καιρό κατέβαζαν τα μικρά ζώα προς σφαγή στα δημοτικά σφαγεία δίπλα στον Ήφαιστο που τα έσφαζαν επί μια εβδομάδα. Στο τέλος άρχιζαν το άρμεγμα των ζώων. Τότε έφτιαχναν στο βουνό αυτοσχέδιες μάντρες παραγωγής τυριού, πλέκοντας τα κλαδιά φτιάχνανε την καλύβα μάντρα. Μέσα εκεί στα μεταλλικά καζάνια έβαζαν το γάλα και το πήζανε, ακολούθως το έβαζαν σε πάνινες τσαντίλες και αφού στράγγιζε το έκοβαν και το τοποθετούσαν σε μεταλλικά δοχεία μεταφέροντάς το με τα ζώα στο παγοποιείο που βρισκόταν δίπλα στο σημερινό εκκλησιαστικό μουσείο. Αυτό γινόταν επί καθημερινής βάσεως μέχρι το φθινόπωρο. Στα τέλη Οκτωβρίου πάλι ενώνανε όλα τα κοπάδια τους και ακολουθώντας την ίδια διαδρομή επέστρεφαν πάλι στην Μαρώνεια.

Κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο Παπίκιο έχοντας τα ζώα τους κοντά στα σύνορα και λόγω της κατάστασης που επικρατούσε με τους Βουλγάρους. 

Εκείνη την εποχή, επειδή υπήρχε μεγάλη εμπιστοσύνη στους Μαργαριταίους από τον στρατό, ο στρατός τους είχε εφοδιάσει με 6 πολεμικά όπλα. Μεγάλο ήταν το εθνικό έργο που προσέφεραν στην εποχή εκείνη συλλαμβάνοντας πολλές φορές Βουλγάρους πράκτορες που τους παρέδιδαν στο στρατό λόγω της επιτηρουμένης ζώνης που βρισκόταν και ήταν της αποκλειστικής ευθύνης του στρατού. 

Εδώ και 40 χρόνια ο Ιωάννης Μαργαρίτης εγκατέλειψε την βουκολική του ενασχόληση και ασχολείται  με κάτι εξ ίσου επιτυχές. Διατηρεί με τα παιδιά του ένα πολύ γνωστό για την νοστιμιά του κατάστημα στην πλατεία Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου που έχει επεκταθεί και στον όπισθεν δρόμο απέναντι από το ΚΑΠΗ, όπου προσφέρεται το γνωστό κεφτεδάκι του μπάρμπα Γιάννη που έχει ταξιδέψει και αεροπορικώς μέχρι την Νέα Υόρκη προκειμένου να ικανοποιηθεί η επιθυμία κάπου συμπατριώτη μας που κάποτε τα δοκίμασε και δεν μπορεί να ξεχάσει τη γεύση τους. 

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Μια διαφορετική πραγματικότητα εξελίσσεται και διαμορφώνεται ενόψει των υγειονομικών μέτρων για την πανδημία του κορωνοϊού και των απαγορεύσεων γενικότερα,  στην οικονομία και την επιχειρηματικότητα.