ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 30 Νοεμβρίου, 2019 - 10:00
ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ

Η καταγωγή των κατοίκων της Μέσης

ΑΡΘΡΑ
Παράσχος Ανδρούτσος

Αναφέρεται ότι ένα μέρος έχει ρίζες από την Ήπειρο, ένα μέρος από την Σαμοθράκη και όλων η καταγωγή είναι από την Αν. Θράκη

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Οι κάτοικοι του οικισμού της Μέσης στην πλειοψηφία τους είναι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Κατάγονται κυρίως από τρία χωριά: α) Καρλίκιο (Ψάθη), Καλλιπόλεως, β) Τσιφλίκι (Βερώνη) Ραιδεστού, γ) Ντεβετζίκιο (Έυανδρος) Ραιδεστού.

Στο Τσιφλίκι (Βερώνη) οι κάτοικοί του είχαν καταγωγή πιθανόν από την Ήπειρο (ίσως από τα Ζαχοροχώρια). Ο οικισμός τους ήταν γαιοκτησία κάποιου αγά. Ήταν αυτοκέφαλο χωριό και το φύλαγαν μόνοι τους, δημιουργώντας κοινοτική αστυνομία. Όριζαν τον αρχηγό και τα παλικάρια του. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εκτοπίστηκε μεγάλος αριθμός κατοίκων προς την Βουλγαρία, την Θεσσαλία, την Μακεδονία και αλλού.

Το Ντεβετζίκιοϊ, (Έυανδρος), είχε 750 κατοίκους Έλληνες. Εκκλησία τους ήταν ο Άγιος Ιγνάτιος. Την εικόνα του Αγίου την έφερε στη Μέση ο Γιάννης Αρχοντίδης. Το Καρλίκιο (Ψάθη) είχε 900 κατοίκους. Ορισμένοι κάτοικοι του υποστηρίζουν ότι κατάγονται από την Σαμοθράκη, μάλιστα κάποια στιγμή, έπεσε πανούκλα στο χωριό και θέρισε τους περισσότερους κατοίκους.

Έξω και γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά εξωκκλήσια. Στην Ψάθη λειτουργούσε και ο θεσμός της δημογεροντίας. Το όνομά του πιστεύουν ότι το πήρε από το όνομα ενός χριστιανού του Καραΐν που ήταν ιδιοκτήτης εκείνης της περιοχής.

Όταν οι νέοι έφταναν στην ηλικία του στρατεύσιμου εξαγόραζαν την θητεία τους, πληρώνοντας σε χρυσές λίρες. Όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν έπαιρναν τα βουνά.

Πολλοί Καρλικιώτες συμμετείχαν σε ελληνικές οργανώσεις όπως ο Παναγιώτης Μουζαλιώτης, Στέφανος Πελεκάνος, Κωνσταντίνος Γκανάς, Απόστολος Παπουλιάς και άλλοι. Με την συμφωνία των Μουδανιών ο Βενιζέλος παραδίδει την Αν. Θράκη στους Τούρκους. Έτσι με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού τη 1/14 Οκτωβρίου άρχισε η έξοδος του ελληνικού πληθυσμού των 250.000 νέων προσφύγων που πέρασαν σε μερικές βδομάδες τις γέφυρες του ποταμού Έβρου.

Την Συμφωνία των Μουδανιών που υπογράφτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου / 11 Οκτωβρίου ακολούθησε η «Συνθήκη της Λωζάνης» στις 24 Ιουλίου 1923. Μόλις ενημερώθηκαν οι κάτοικοι της Ψαθιάς (Καρλίκιο) άρχισαν τις ετοιμασίες της φυγής. Έτσι φόρτωσαν σε κάρα και γαϊδούρια ότι κινητό μπορούσαν ρούχα, αλεύρι, σιτάρι, πήγαν στα νεκροταφεία άναψαν τα καντήλια των προγόνων τους, εγκατέλειψαν τις κότες και τα γουρούνια και παίρνοντας μαζί τους τις αγελάδες, τα βουβάλια, τα πρόβατα πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.

Διασχίζοντας αυτόν τον δρόμο περνούσαν έξω από έρημα χωριά όπως και από την άδεια Κεσσάνη.

Το πρωί της επομένης μέρας έφτασαν δίπλα στον Έβρο ποταμό ήταν 8 ή 9 Οκτωβρίου. Τον πέρασαν από ένα ρηχό σημείο. Μέχρι το μεσημέρι είχε περάσει όλο το χωριό βοηθώντας μάλιστα ο ένας τον άλλον γιατί υπήρχε πολύ λάσπη. Στο δρόμο μαγείρευαν σε τενεκέδες. Τα κουζινικά τους τα έθαψαν στις αυλές τους, γιατί πίστευαν ότι θα ξαναγυρίσουν. Μέχρι λίρες και χρυσαφικά έκρυψαν, είχαν πάρει μαζί τους και το κλειδί του σπιτιού τους.

Περνώντας τον Έβρο φτάσανε στις Φέρες μέσα σε λάσπη και δυνατή βροχή. Με το ξημέρωμα τράβηξαν για την Αλεξανδρούπολη. Στις Φέρες έμειναν πέντε οικογένειες, των Τσανταλαίων, των Κατσαγναίων, του Τζακά, του Χριστοφίλη και του Κατσαούνη. Την άλλη μέρα παραλιακά φτάσανε στην Μάκρη. Την επομένη έφτασαν στην Στρύμη όπου παρέμεινε εκεί η οικογένεια του Τσιριγκάνη.

Όταν φτάσανε στη θέση του σημερινού Ροδίτη ο κοινός δρόμος της προσφυγιάς τους τελείωσε. Οι οικογένειες από το σημείο αυτό άρχισαν να σκορπούν. Μια ομάδα φεύγει για τους Αμαξάδες, μια άλλη για την Καβάλα, για τον Βαλτότοπο Σερρών, την Αθήνα, την Μέλισσα και το Μαγικό Ξάνθης, τις Πηγές Χρυσούπολης και ορισμένοι στην Κομοτηνή. Άλλοι στους Προσκυνητές, άλλοι στην Καρυδιά, άλλοι στην Μεσσούνη. Οι υπόλοιποι πήγαν στην Μέση.

Εδώ τους ανέλαβε ο Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων και τους βοήθησε όπως μπορούσε. Η Μέση μέχρι το 1931 λεγόταν Μέσσα ή Μεσσά.

Η έξοδος από την Έυανδρο (Ντεβετζίκιοϊ)

Μόλις έμαθαν οι κάτοικοι της Εύανδρου για την συμφωνία παράδοσης της Αν. Θράκης. Ετοιμάσανε και αυτοί τις άμαξες με ό,τι κινητό μπορούσαν να φορτώσουν παίρνοντας και τα μεγάλα ζώα τους ξεκίνησαν προς την ελεύθερη Ελλάδα.

Αφού πέρασαν δίπλα από εγκαταλειμμένα χωριά και περνώντας πολλούς κινδύνους από οπλισμένους Τούρκους που προσπαθούσαν να τους ληστέψουν έφτασαν στα Ύψαλα που τα είχαν βάλει φωτιά οι Τούρκοι. Πηγαίνοντας παράλληλα με τον ποταμό Έβρο φτάσανε απέναντι από το Σουφλί όπου υπήρχε στρατιωτική γέφυρα στηριγμένη σε βάρκες και πέρασαν απέναντι. Με την συνοδεία συνεχής βροχής φτάσανε στην Αλεξανδρούπολη. Από εκεί μετά από μέρες φτάσανε στο Ροδίτη. Στην Μέση βρέθηκαν μάλλον τυχαία ψάχνοντας χόρτο για τα ζώα τους. Είχαν έλθει 12 οικογένειες, αργότερα έφυγαν οι 7. Οι περισσότερες οικογένειες της Έαυνδρου πήγανε στον Ίμερο. Ήταν περί τις 50 περίπου. Επίσης στην Ξυλαγανή 15-20, στο Πάμφορο 15 και 10 περίπου στο Λοφάριο. Κάποιες άλλες οικογένειες σκόρπισαν σε διάφορα άλλα μέρη.

Η έξοδος από το Τσιφλίκι (Βερώνη)
Μόλις ενημερώθηκαν για τα καθέκαστα πολλοί από το χωριό ήλθαν στην Κομοτηνή με το τρένο από το σταθμό που υπήρχε κοντά στο χωριό τους εγκαταλείποντας μάλιστα τα κοπάδια με τα ζώα τους. Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν με τα κάρα τους φορτώνοντας ότι νόμιζαν ότι θα τους ήταν χρήσιμο, μάλιστα ο ελληνικός στρατός μοίρασε σε κάθε 4-5 οικογένειες από ένα όπλο για να έχουν κάποια ασφάλεια στο δρόμο της προσφυγιάς.

Κατά την διάρκεια της διαδρομής τράβηξαν πολλά βροχές, κρύο, λάσπη. Παντού σκοτωμένοι και άταφοι. Έτσι έφτασαν στον Έβρο ποταμό. Περνώντας τον Έβρο από την γέφυρα της Παπαδιάς έφτασαν στην Κομοτηνή όπου έμειναν για 4-5 μήνες. Μετά πήγαν στην Ποταμιά Ξάνθης και στην συνέχεια στην Γλυφάδα, ορισμένοι πήγαν στους Αγίους Θεοδώρους και στην Αίγειρο. Στην Μέση ήλθαν το 1931 στην οριστική διανομή οικοπέδων και χωραφιών.
Ορισμένες οικογένειες από τον Έυανδρο (Τσιφλίκα) πήγαν στον Δραβίσκο Σερρών, στο Καβακλή Θεσσαλονίκης και στο Σέλινο Ξάνθης.

Κοντά στον οικισμό της Μέσης το 1924 κτίσθηκε ο οικισμός της Νέας Απολλωνιάδας, ήταν δημιούργημα προσφύγων από την Απολλωνιάδα της Προύσας. Βρισκόταν νοτιοανατολικά της Βιστωνίδας. Είχε σπίτια με πλιθιά, ξύλινη εκκλησία, καφενεία. Οι κάτοικοι εργαζόταν στη λίμνη της Βιστωνίδας, ήταν ψαράδες. Του Αγίου Νικολάου μοίραζαν ψάρια δωρεάν στον κόσμο που πάντα γέμιζαν τις βάρκες τους. Σε λίγο όμως άρχισε να τους μαστίζει η ελονοσία και το 1928 οι περισσότεροι πήγαν στη Νέα Απολλωνιάδα Θεσσαλονίκης και στην Αλεξανδρούπολη.

Η Νέα Απολλωνία καταργήθηκε ως οικισμός στις 16-10-1940 όπως και ο οικισμός του Μητρικού στις 7-4-1951.
Δίπλα στη Μέση υπάρχει ο οικισμός της Γλυφάδας. Η περιοχή είχε λύκους, αγριογούρουνα, μεγάλα φίδια και άγριους ταύρους. Πρωτοκατοικήθηκε από μουσουλμάνους που ήλθαν από την Βουλγαρία το 1883. Όταν πρωτοάνοιξαν τα πηγάδια βρήκαν υφάλμυρο νερό, γλυφό, εξόν και το Γλυφάδα από το οποίο προέκυψε και το όνομα. Στη Μέση είχαν εγκατασταθεί και εκεί ορισμένοι μουσουλμάνοι από την Βουλγαρία.

Για το κτίσιμο του οικισμού 700 στρεμμάτων στους Έλληνες πρόσφυγες μοίρασαν οικόπεδα, στην αρχή έχτιζαν καλύβες με πλιθιά, αλλά μετά το 1926 άρχισαν να κτίζουν τα σπίτια τους με την βοήθεια του «εποικισμού».

Όλα τα σπίτια είχαν πρόσοψη την ανατολή του ήλιου. Σε πολλά σημεία άνοιξαν πηγάδια. Στην πλατεία δύο Γερμανοί με γεωτρύπανο που το φέρανε στο χωριό τραβώντας το με 40 βουβάλια κάνανε γεώτρηση βρίσκοντας νερό σε βάθος 60 μέτρων.

Επειδή οι περισσότεροι κάτοικοι είναι Καρλικιώτες το νέο ναό τον αφιέρωσαν στην Αγία Παρασκευή όπως και στα Ψαθιά. Πριν κτίσουν το ναό εκκλησιάζονταν στην Απολλωνιάδα.

Τα πρώτα χρόνια οι κάτοικοι θάβονταν στην Σάλπη που είναι ντόπιο χωριό της Ροδόπης. Αργότερα στην Απολλωνιάδα και στη συνέχεια πίσω από την εκκλησία. Μέχρι το 1957-58 για καμπαναριό είχαν μια ξύλινη σκαλωσιά. Η πρώτη εικόνα που τοποθετήθηκε ήταν του Αγίου Ιγνατίου που την έφερε ο Ιωάννης Αρχοντίδης από την Εκκλησία της Έυανδρου. Το δημοτικό σχολείο κτίσθηκε το 1929-30. Οι κάτοικοι τις πέτρες τις έφεραν με βοϊδάμαξες από τις αλυκές και από την Αρχαία Στρύμη. 

Όταν εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες στη Μέση σπέρνανε τον σπόρο σιταριών που έφεραν από την «πατρίδα». Επειδή τα καλλιεργούμενα χωράφια ήταν κοντά στις λίμνες, είχαν προσλάβει χηνοφύλακες για να μην καταστρέφουν τα πουλιά τα σπαρτά τους.

Παρήγαγαν και σησαμέλαιο από το οποίο φτιάχνανε και σαπούνια. Με τις βοϊδάμαξες τους έφερναν ξύλα από τα δάση των Αμαξάδων και των Προσκυνητών. Επίσης καίγανε και τα κοτσάνια από τα καλαμπόκια καθώς επίσης και τις ξεραμένες κοπριές των αγελάδων. Είχαν πολλές αγελάδες, βόδια, χοιρίδια, βουβάλια και πολλά πρόβατα.

Οι αλυκές της Μέσης είναι οι μοναδικές στο νομό Ροδόπης. Οι αλυκές κατασκευάστηκαν το 1913 από τους Βουλγάρους, σίγουρα πάνω σε αρχαίες αλυκές. Το 1922 που ήλθαν οι πρόσφυγες βρήκαν μια γαλλική εταιρία. Είναι η περίοδος της διασυμμαχικής διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Το αλάτι στο εμπόριο το διακινούσαν με καμήλες. Υπήρχε και καμηλόδρομος μέχρι την Κομοτηνή, την Μαρώνεια, το Λάγος και την Ξάνθη. Οι αλυκές περιήλθαν τελικά στο δημόσιο στα κρατικά μονοπώλια. Μέχρι πριν λίγα χρόνια κυκλοφορούσε και σε σακουλάκια «άλας ψιλό Μέσης μαγειρικό» ακόμη και στην Βουλγαρία.

Η κήρυξη του πολέμου του 40 βρήκε τους κατοίκους της Μέσης να οργώνουν τα χωράφια τους. Αμέσως έφυγαν για την Κομοτηνή, 51 άνδρες χριστιανοί και μουσουλμάνοι επιστρατεύθηκαν από την Μέση. Πολέμησαν ηρωικά στο αλβανικό μέτωπο, ύστερα ήλθαν οι Γερμανοί και επέστρεψαν πίσω με τα πόδια.

Κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής το 1941, μόλις μπήκαν οι Βούλγαροι στο χωριό πήγαν στην Εκκλησία, πήραν την εικόνα του Αγίου Δημητρίου. Την ποδοπατούσαν μέχρι να καταστραφεί γιατί είπαν, αυτός που σκοτώνει ο Άγιος ήταν Βούλγαρος. Σε ορισμένες εικόνες του Αγίου Δημητρίου ο Άγιος εμφανίζεται να σκοτώνει τον πολεμοχαρή τσάρο των Βουλγάρων Ιωαννίτζη, που οι Βυζαντινοί τον αποκαλούσαν «Σκυλογιάννη», ενώ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη το 1206 ή 7. Και ενώ ο Σκυλογιάννης ήταν άρρωστος από πλευρίτιδα είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο να τον σκοτώνει με το κοντάρι του.

Είχαν έλθει και δώδεκα, δεκατρείς οικογένειες Βουλγάρων, τους δώσανε σπίτια Ελλήνων και τους μοίρασαν χωράφια, μαζί τους ήλθαν ιερείς, δάσκαλοι, αστυνομικοί και άλλοι.

Το σχολείο το λειτούργησαν αφού έκαψαν το αρχείο και τα βιβλία, όπως και σε όλα τα χωριά. Τα παιδιά διδάσκονταν μόνο βουλγαρικά. Από το χωριό πήραν τέσσερις νέους ομήρους στα τάγματα εργασίας. Είχαν αλυσίδες στα πόδια τους συνέχεια, ήταν γεμάτοι ψείρες και τα τρόφιμά τους ελάχιστα.

Μετά την σφαγή της Δράμας οι Βούλγαροι μάζεψαν πολλούς κατοίκους του χωριού και τους έστησαν στον τοίχο απέναντι από τα οπλοπολυβόλα μάλλον για εκφοβισμό, εκεί αφού τους μίλησε ο επικεφαλής αξιωματικός τους άφησαν ελεύθερους. Πολλοί χωριανοί «φάγανε» το γνωστό «βουλγάρικο ξύλο» που μη έχοντας φάρμακα σφάζανε πρόβατα και τους τύλιγαν με τα δέρματα για σαράντα μέρες για να συνέλθουν.

Οι Βούλγαροι έφυγαν αρχές Σεπτεμβρίου του 1944. Αγγάρεψαν κατοίκους με βοϊδάμαξες και μετέφεραν τα υπάρχοντά τους στη χώρα τους από την περιοχή του Εχίνου Ξάνθης. 

Μετά τη λήξη του εμφυλίου η ειρήνη αποκαταστάθηκε στην Ροδόπη.
Βλέπουμε να εγκαθίστανται στον οικισμό του Γλυκονερίου οι οικογένειες Γεωργαντά και Ράπτη από την Αρωγή, οι οικογένειες Μπανιώτη και οικογένειες Ζάρρα από την διασταύρωση Φαναρίου. Μετά το 1950 πάλι στον οικισμό της Γλυφάδας εγκαταστάθηκαν οι Σαρακατσάνοι. Ένα από τα έθιμά τους ήταν να βάφουν με κόκκινη βαφή αυγών το Πάσχα λίγα πρόβατα και κότες πάνω δε στην πόρτα της καλύβας τους σχημάτιζαν ένα κόκκινο σταυρό. Οι Σαρακατσάνοι της Μέσης ήλθαν από τον Άβαντα, τα Λουτρά και το Μικρό Δέρειο Έβρου, το Σιδηρόνερο Δράμας, τα Άβδηρα Ξάνθης και την Ζαρκαδιά Καβάλας.

Οικογένειες
Η οικογένεια Ζάρρα: Ήλθαν το 1927 από την Αλβανία, έζησαν στο Κιλκίς, γι’ αυτό τους έλεγαν «Μακεδόνες». Η οικογένεια Κουρκούτα ζούσαν στην περιοχή της Άρτας. Στην Αν. Θράκη ήρθαν το 1870 και το 1922 μέσω Έβρου. Οικογένεια Μπουρδούνη: Ήρθαν το 1922 από την Αν. Θράκη. Οικογένεια Ρόϊδου: Έφυγαν από τα Ιωάννινα και ήρθαν στο νομό Θεσσαλονίκης. Το 1918 ήρθαν στην Ροδόπη στην Νέα Απολλωνιάδα. Οικογένεια Χατζόπουλου και Μπάτζιου: Ήρθαν το 1922 από την Αν. Θράκη, κατάγονται από τα Τζουμέρκα. Τόπο καταγωγής θεωρούν την Δωδώνη Ηπείρου και είχαν πριν το επίθετο Κρυστάλης και λένε ότι κατάγονται από τον «κλέφτη» γέρο Δήμο. Το επίθετο Χατζόπουλος βγήκε από τον προσκύνηση των Αγίων Τόπων.

Το 1961 έγιναν τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Παρασκευής στη Μέση που πριν ήταν ξύλινη.

Το 1995 τοποθετήθηκε η καμπάνα 174 κιλών αξίας 360.000 δρχ. Από το 1951 ξεκίνησε πάλι να επαναλειτουργεί το σχολείο της Μέσης όπου φοιτούσαν και παιδιά από την Γλυφάδα και το Γλυκονέρι που= διανύανε απόσταση εννέα χιλιομέτρων με τα πόδια.

Η ενδυμασία των κατοίκων της Μέσης, τα γλέντια, ο γάμος, η βάπτιση, τα ήθη και έθιμά τους είναι περίπου όπως όλων των Ανατολικών Θρακών Ελλήνων.

Γύρω από την Μέση έχουν βρεθεί διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα. Όπως στην περιοχή Αράπ Μεζάρ (τάφος Αιγυπτίου) που βρέθηκε το 1950 ένα επιτύμβιο ανάγλυφο γυναικείας μορφής του τετάρτου προχριστιανικού αιώνα.

Στην τοποθεσία Φούρνος βρέθηκε μια βάση κίονα, η περιοχή έχει πολλά πήλινα κομμάτια και ίχνη θεμελίων. Επίσης και πολλά χάλκινα νομίσματα. Το 1993 δύτης σε βάθος 4 μέτρων στη θαλάσσια περιοχή της Μέσης εντόπισε έξι κολόνες ογδόντα εκατοστών η κάθε μια καθώς και πολλές ακατέργαστες πλάκες που προέρχονται πιθανόν από ναυάγιο πλοίου της παλαιοχριστιανικής εποχής.

Στις 13-12-2008 στην θαλάσσια περιοχή της Μέσης ο δύτης Λύκος Αθανάσιος, εντόπισε σε μικρό βάθος προϊστορικό οικισμό με πολλά αξιόλογα ευρήματα, ενημέρωσε την Αρχαιολογική Υπηρεσία που τα παρέλαβε τότε, κάναμε πρόταση στον Δήμο Κομοτηνής να τον βραβεύσουν κάτι που δεν έγινε. Ίσως να εισακουστούμε από τη νέα δημοτική αρχή.

Πηγές
Δημήτριος Παπουλιάς - Από τα Ψαθιά, τη Βερώνη και την Έυανδρο της Αν. Θράκης στη Μέση Ροδόπης
Wikipedia

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Σαφώς είναι δύσκολο για τη χώρα μας,  να αντιπαρατεθεί βασιζόμενη μόνο σε λογικά επιχειρήματα, η στην ανύπαρκτη  διπλωματική στήριξη από τους συμμάχους, με το υπάρχον διεθνές σκηνικό,   έναντι της Τουρκίας.