ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Σάββατο, 12 Οκτωβρίου, 2019 - 10:00
ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Η ιστορία αγοράς της καμπάνας του Μικρού Κρανοβουνίου

ΑΡΘΡΑ
Μικρό Κρανοβούνι
Ιστορία
Παράσχος Ανδρούτσος

Σημαντική πηγή εισοδήματος τα πρώτα χρόνια για τους κατοίκους τα περίφημα καρπούζια «γκιουλέδες» που τα προωθούσαν 
μέχρι τις αγορές της Αθήνας

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Το Μικρό Κρανοβούνιο είναι δημιούργημα των προσφύγων που το 1922 ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό οι πρώτοι κάτοικοι. Ήταν ογδόντα οικογένειες Ποντίων. Οι οικογένειες αυτές ζούσαν για δύο χρόνια σε αντίσκηνα ύστερα άρχισαν και έχτιζαν σπίτια φτιαγμένα από πλιθιά (χώμα και άχυρο). Το 1926 με 1928 εκτός από δύο οικογένειες οι υπόλοιποι Πόντιοι έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο Βαμβακά Σερρών. Τότε ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες που όταν ήλθαν έμειναν αρχικά στις όχθες της λίμνης του Μητρικού καθώς επίσης και Γκαγκαβούζηδες που αρχικά έμεναν στην περιοχή του Καλαμόκαστρου.

Οι ντόπιοι αποκαλούσαν το χωριό «Σουγκουρλού». Το 1941 ήλθαν οι Βούλγαροι στο χωριό. Επίταξαν σπίτια κατοίκων οι οποίοι είτε έμεναν μαζί με τους Έλληνες ιδιοκτήτες τους, είτε οι Έλληνες μετακόμιζαν αναγκαστικά σε σπίτια συγγενών τους. Ο πρώτος Βούλγαρος διοικητής έμεινε στο σπίτι του Τζαμπάζογλου. Τον διαδέχθηκε κάποιος ονόματι Νικόλας και στη συνέχεια κάποιος Τζούρας.

Στο χωριό εγκαταστάθηκαν πέντε με έξι οικογένειες Βουλγάρων, που συνεννοούνταν με τους ντόπιους στην ελληνική. Ήταν Βούλγαροι από αυτούς που είχαν φύγει με την ανταλλαγή κι ήταν πρώην κάτοικοι της Θράκης.

Για να ζήσουν είχαν κατάσχει από τους Έλληνες δέκα με είκοσι στρέμματα και τα καλλιεργούσαν καθώς και μέρος της παραγωγής τους, όπως μαλλί, γάλα, ζώα κλπ. Για οποιαδήποτε μετακίνηση οι Έλληνες έπρεπε να πάρουν άδεια από τον Βούλγαρο διοικητή. Αρχικά το χωριό δεν είχε εκκλησία γι' αυτό οι κάτοικοι για να εκκλησιαστούν πήγαιναν στα διπλανά χωριά στο Μεγάλο Κρανοβούνιο ή στα Παγούρια. Η πρώτη εκκλησία έγινε το 1949. Η Μητρόπολη είχε ορίσει από τότε, προστάτη του χωριού τον Άγιο Παντελεήμονα, πριν χτιστεί η εκκλησία οι κάτοικοι γιόρταζαν κάθε χρόνο στις 27 Ιουλίου, στην αυλή του σχολείου το πανηγύρι του Αγίου, έσφαζαν αρνιά, έκαναν κουρμπάνι μοιράζοντας το στους παρευρισκομένους.

Το χτίσιμο της εκκλησίας ξεκίνησε με το ποσό των 5.000 δραχμών που δόθηκαν από την Μητρόπολη και έτσι σιγά - σιγά έγινε η αποπεράτωση του ναού. Όταν τελείωσε ο ναός επειδή δεν είχε καμπάνα δανείστηκαν από τα Παγούρια για ένα μήνα, οπότε και την πήραν πίσω. Τότε τα μέλη της επιτροπής έδωσαν προκαταβολή 1.000 δραχμές και αγόρασαν μια καμπάνα 120 οκάδων προς 40 δρχ την οκά. Στην συνέχεια επειδή τα υπόλοιπα χρήματα τα διέθεσαν για άλλους σκοπούς ο πωλητής της καμπάνας τους έστειλε στα δικαστήρια οπότε ο τότε δήμαρχος Κομοτηνής Δημήτριος Μπλέτσας τους έδωσε τις υπόλοιπες 3.800 δρχ και σταμάτησε η δίωξή τους. Αργότερα η εκκλησία ράγισε και την έκλεισαν. Μέχρι το 1990 που έγινε η καινούργια εκκλησιάζονταν το χωριό σε μια από τις αίθουσες του σχολείου.

Αρχικά πάλι επειδή δεν υπήρχε σχολείο έστελναν οι κάτοικοι τα παιδιά τους στο Μεγάλο Κρανοβούνιο που είχε σχολείο. Στη συνέχεια λειτουργούσε για δύο χρόνια ως σχολείο το καφενείο του Τσιρικούδη Θεόδωρου, μέχρι το 1934 που έγινε το νέο σχολείο με χρήματα των κατοίκων. Η πρώτη δασκάλα του χωριού ήταν η κυρία Αγνή και στη συνέχεια ο Παπαγεωργίου Ευάγγελος.

Γύρω στο 1930 ήλθαν στην περιοχή κάποιοι Ηπειρώτες, ο ένας ονομάζονταν Βασίλειος Πάντζος και έχτισαν τον μύλο του χωριού. Σώζεται μέχρι και σήμερα λίγο έξω από το χωριό. Ήταν ο μοναδικός στην περιοχή και εξυπηρετούσε όλα τα γύρω χωριά. Οι ιδιοκτήτες του έμεναν στον επάνω όροφο του μύλου. Όταν έφυγαν οι Βούλγαροι έφεραν τις οικογένειές τους. Κατά τον εμφύλιο οι αντάρτες ζητούσαν χρήματα από τους μυλωνάδες για να μη τους πειράξουν. Ο μύλος λειτούργησε μέχρι το 1995.

Λίγα μέτρα έξω από το χωριό περνάει ο Βοζβόζης. Εκεί οι γυναίκες του χωριού άναβαν φωτιά, ζέσταναν νερό μέσα στο καζάνι και έπλεναν μαλλιά, κουβέρτες και τα ρούχα της οικογένειεας. Στα Θεοφάνεια ρίχνανε στο Βοζβόζη τον σταυρό για να αγιάσουν το νερό.

Το 1996 στήθηκε στην πλατεία του χωριού μνημείο με τα ονόματα των χωριανών που σκοτώθηκαν στο έπος του '40. Αυτοί ήταν οι εξής Καλαϊτζήδης Ιωάννης του Θωμά, Καρπούζης Δημήτριος του Χρήστου, Αρμεντζίδης Σταύρος του Αποστόλου, Χριστοδουλάκης Αθανάσιος του Φωτίου και Μηλινάς Γιώργος του Ευαγγέλου.

Μια σημαντική πηγή εισοδήματος για τους πρώτους κατοίκους του οικισμού ήταν τα περίφημα καρπούζια της περιοχής που τα έλεγαν "γκιουλέδες" η φήμη τους είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ που τα προωθούσαν οι πρώτοι κάτοικοι μέχρι τις αγορές των Αθηνών. Τα καρπούζια αυτά ήταν μαύρα στρογγυλά πολύ γλυκά με λίγα σπόρια.

Από το 1929 έφευγαν για τον Πειραιά μέσω του λιμανιού της Μπουμπαγιάς (λίγο πριν το Φανάρι). Αργότερα μέχρι και το 1949, στον Πειραιά τα έστελναν με το ατμόπλοιο "Ανατολή" από το Πόρτο Λάγος.

Σήμερα αυτή η ντόπια ποικιλία έχει χαθεί, κάποιοι Κρανοβουνιώτες ίσως να έχουν ακόμη από αυτόν τον σπόρο. Θα μπορούσε η αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Γεωργίας να τον πολλαπλασιάσει να τον δώσει στους Κρανοβουνιώτες να τον σπείρουν και με την κατάλληλη διαφήμιση να ζούσε όλο το χωριό από την καλλιέργεια και την πώληση αυτού του είδους του καρπουζιού. 

Ο πρώτος ιερέας του χωριού ήταν ο Γρηγόριος Τσισμαλίδης και ήταν συγχωριανός τους, αυτός γεννήθηκε το 1916 στο Καρς. Οι γονείς του Κοσμάς και Παρθένα ήταν από τους πρώτους κατοίκους του χωριού που μαζί με άλλες οικογένειες Ποντίων εγκαταστάθηκαν όπου και έμειναν στο Μικρό Κρανοβούνιο, λειτουργούσε επίσης και στα Παγούρια.

Παντρεύτηκε την Αθηνά Τσισμαλίδη με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά. Απεβίωσε το 1964 σε ηλικία 48 ετών.

Μια ακόμη ιστορία της ζωής κατοίκου του χωριού είναι και η ιστορία της Ευλαμπίας Καλαϊτζίδου, αυτής της ηρωίδας της ζωής που μοιάζει κατά πολύ με την ιστορία της ζωής όλων των πολύ ταλαιπωρημένων προσφύγων που εγκατέλειψαν τις εστίες τους αναγκαστικά. 

Η Ευλαμπία λοιπόν γεννήθηκε το 1916 στην Τυφλίδα όπου έμεναν προσωρινά οι γονείς της διωγμένοι από τον Εύξεινο Πόντο από τους Τούρκους. Με καράβι που έστειλε η ελληνική κυβέρνηση τους μεταφέρανε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Μετά τους δόθηκε εντολή να επιστρέψουν στην Ανατολική Θράκη όπου παρέμειναν επί δύο χρόνια. Το 1922 με την σφαγή της Σμύρνης, γύρισαν στην Ελλάδα όπου διέμεναν στο Μικρό Κρανοβούνιο. Το 1930 πεθαίνει ο πατέρας της. Το 1931 σε ηλικία δεκαπέντε ετών παντρεύτηκε με προξενιό έναν τσαγκάρη από την Κομοτηνή. Σε δέκα χρόνια απέκτησε τέσσερα παιδιά.

Τον Οκτώβριο του 1940 έγινε η επιστράτευση, οι άνδρες παράτησαν τα χωράφια, τα ζώα, τις οικογένειές τους και φύγανε για το μέτωπο. Τον Ιανουάριο του 1941 γεννήθηκε το τέταρτο παιδί ενώ ο άνδρας της ήταν στο μέτωπο. Τότε υπήρχε νόμος που έλεγε όσοι έχουν τέσσερα παιδιά θα έπαιρναν απαλλαγή από το στρατό. Έστειλε τα χαρτιά αλλά ήταν ήδη αργά ο ήρωας άνδρας της είχε σκοτωθεί πολεμώντας στο Τεπελένι της Αλβανίας στο ύψωμα Σεντόλιο σε ηλικία 28 ετών. Έτσι έμεινε χήρα σε ηλικία 25 ετών με τέσσερα παιδιά να μεγαλώνει. Σε όλη της τη ζωή υπέφερε, αλλά στάθηκε δίπλα τους ως μάνα και πατέρας, τα μεγάλωσε μόνη της με όλες τις στερήσεις. Το κράτος της έδωσε μια μικρή σύνταξη και μια άδεια περιπτέρου ως θύμα πολέμου.

Ήθη και έθιμα
Παλιά οι γάμοι γινόταν με προξενιό. Τρεις προξενητές συγγενείς ή φίλοι του γαμπρού, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και ζητούσαν το χέρι της από τον πατέρα της. Αρχικά έδιναν λόγο και σε 20 μετά ημέρες γινόταν ο αρραβώνας. Στον λόγο ο γαμπρός με τον πατέρα του και τον προξενητή πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με τα "σημάδια". Ήταν συνήθως ένα καλσόν, μια λίρα, ενώ στον γαμπρό δίνανε ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάλτσες. Μέχρι τον αρραβώνα οι δύο νέοι δεν βλέπονταν καθόλου. Αργότερα ο γαμπρός αγόραζε τις βέρες και τα κοσμήματα, ένα μεταξωτό φόρεμα, παπούτσια και δώρα για τα πεθερικά. Ανάλογα δώρα έκανε και η νύφη στο γαμπρό και στα πεθερικά της.

Ο αρραβώνας γινόταν συνήθως Σάββατο βράδυ στο σπίτι της νύφης. Εκεί ερχόταν ο γαμπρός με την οικογένειά του, τους κουμπάρους, τους μουσικούς και τα δώρα τους. Τότε ο κουμπάρος άλλαζε τις βέρες. Ύστερα η νύφη φιλούσε το χέρι του γαμπρού, του κουμπάρου και των πεθερικών. Όταν το ζευγάρι όριζε την ημερομηνία του γάμου, οι δύο οικογένειες άρχιζαν τις προετοιμασίες, αγόραζε δώρα για τον γαμπρό, τη νύφη και τους συγγενείς τους. Νεαροί ενημέρωναν τους χωριανούς για την ημερομηνία του γάμου που διαρκούσε τρεις μέρες από το Σάββατο μέχρι την Δευτέρα.

Την εβδομάδα πριν το γάμο η νύφη και οι φίλες της ετοίμαζαν τα προικιά. Τότε ερχόταν το σόι του γαμπρού με τα όργανα και μετέφερε την προίκα στο σπίτι του. Η προίκα αποτελούνταν από στρώματα, δαντέλες, υφαντά και ότι άλλο χρειάζεται ένα σπιτικό. Το Σάββατο μαγείρευαν στα καζάνια τα φαγητά και τις γλυκές πίτες (μιντινίτσες). Το βράδυ γλεντούσαν οι καλεσμένοι με συνοδεία γκάιντας.

Την ίδια μέρα το σόι της νύφης έστρωνε το νυφικό κρεβάτι, ρίχνοντας επάνω ρύζι για να στεριώσει το ζευγάρι. Επίσης βάζανε πάνω στο κρεβάτι ένα αγοράκι για να είναι αρσενικό το πρώτο το παιδί. 

Την Κυριακή το πρωΐ ερχόταν ο κουρέας στο σπίτι του γαμπρού, μπροστά είχε ένα ταψί με ρύζι και μέσα έριχναν χρήματα παίζοντας μουσική. Ανάλογη ετοιμασία γινόταν και στο σπίτι της νύφης. Οι φίλες της την στόλιζαν και τραγουδούσαν. "Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα ξεχωρίζεται η μάνα τη θυγατέρα". Όταν η νύφη έβαζε το νυφικό, στο παπούτσι έγραφε τα ονόματα των ανύπαντρων κοριτσιών και όποιας το όνομα σβηνόταν θα παντρευόταν πρώτη. Πάνω από το κεφάλι της νύφης ο πατέρας έσπαγε μια πίτα και την μοίραζε στον κόσμο. Τότε ήταν που οι καλεσμένοι παίρνανε από τα σπίτια τους τον κουμπάρο και τον γαμπρό και όλοι μαζί πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Εκεί ο κουμπάρος πλήρωνε για να πάρουν την νύφη.

Ύστερα όλοι μαζί πήγαιναν στην εκκλησία, αφού γινόταν ο γάμος το ζευγάρι πήγαινε στο σπίτι της νύφης. Εκεί η νύφη φιλούσε το χέρι της πεθεράς, ενώ αυτή τους έβαζε να πατήσουνε μια σιδερένια μασιά για να στεριώσουν, επίσης τους έδινε γλυκό για να γίνει γλυκιά η ζωή τους.

Την Δευτέρα το πρωί παίρνανε το σεντόνι με το σημάδι της παρθενιάς της νύφης και το δείχνανε στα πεθερικά της που το ασήμωνε με χρυσά φλουριά. Στη συνέχεια στο σπίτι της νύφης κερνούσαν ούζο, σημάδι ότι ήταν παρθένα και ακολουθούσε γλέντι. Αν η νύφη δεν ήταν παρθένα κερνούσαν τους γονείς της ποτό με τρύπιο ποτήρι. 

Σήμερα στο Μικρό Κρανοβούνιο υπάρχει ο δραστήριος Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών, που με διάφορες εκδηλώσεις που πραγματοποιεί διατηρεί τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα του χωριού.

Πηγές:
ΔΚΕΠΠΑΚ
Ερανίσματα από το Μικρό Κρανοβούνιο
Wikipedia
 

Σχετικά Άρθρα

Μικροκομοτηναίικα

Ήδη στους δήμους της Ροδόπης και στην περιφέρεια ΑΜΘ, από τις πρώτες συνεδριάσεις και αποφάσεις, ξεκαθαρίζει το τοπίο των συνεργασιών, αυτών που βάζουν πλάτη στα δύσκολα και το ποιοι θα ασκούν αντιπολίτευση.