Η πορεία μιας ζωής, η ιστορία του "Χρόνου" μέσα στο χρόνο όπως την διηγείται ο Αλέξανδρος Φανφάνης
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ο πατέρας μου, ο Σταύρος Φανφάνης, ήρθε νέος από την Ανδριανούπολη κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Πριν συμβεί αυτό εργαζόταν με τον αδελφό του τον Κώστα Φανφάνη στο εθνικό τυπογραφείο Ανδριανούπολης. Εκεί έβγαζαν την εφημερίδα "Ταχυδρόμος" στην οποία εργαζόταν και ο Κώστας Αντωνιάδης, ο πατέρας του Τάκη Αντωνιάδη, πρώην βουλευτή Ροδόπης, που σήμερα είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Με κάποια μηχανήματα που έφεραν από εκεί άνοιξαν στην Αλεξανδρούπολη ένα μικρό τυπογραφείο και ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την έκδοση της εφημερίδας.
Το 1946 ο πατέρας μου έβγαλε για πρώτη φορά τα "Θρακικά Νέα", μια εβδομαδιαία εφημερίδα η οποία έβγαινε με πρωτόγονες, για τα σημερινά δεδομένα, μεθόδους, με τα μηχανήματα του Γουτεμβέργιου στα οποία έπρεπε να τοποθετείς ένα - ένα τα γράμματα για να συνθέσεις το κείμενο και μετά να τα ξαναδιαλύσεις για να φτιάξεις το επόμενο φύλλο. Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για μερικά χρόνια μέχρι που ο πατέρας μου πήγε στην Καβάλα όπου και ήταν εγκατεστημένη η υπόλοιπη οικογένεια λόγω του πολέμου. Εκεί εργάστηκε στις εφημερίδες "Νίκη" και "Ταχυδρόμος". Η δεύτερη εκδίδεται μέχρι και σήμερα. Έπειτα ακολούθησε η μετακόμιση όλης της οικογένειάς μας σε ένα προσφυγικό σπίτι στην Κομοτηνή.
ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΑΡΧΗ
Από τη μετακόμιση της οικογένειάς μας στην Κομοτηνή μέχρι και τη χρονιά του θανάτου του, το 1961, ο πατέρας μου συνέχιζε να εκδίδει τα "Θρακικά Νέα". Την περίοδο εκείνη εγώ ήμουν στο στρατό και αφ' ότου απολύθηκα ανέλαβα πλέον τα καθήκοντα της εφημερίδας αυτής. Από την αρχή συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχαν προοπτικές επιβίωσης για μια εβδομαδιαία εφημερίδα και πήρα την απόφαση να δημιουργήσω τις βάσεις για την πρώτη, ουσιαστικά, καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής.
ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ
Η Κομοτηνή ήταν μια πόλη χωρίς παράδοση στις εφημερίδες. Σε αντίθεση με τις γειτονικές πόλεις, την Αλεξανδρούπολη, την Ξάνθη αλλά και την Καβάλα, στην Κομοτηνή δεν υπήρχε τίποτε παραπάνω από ορισμένες περιστασιακές φυλλάδες οι οποίες μοιραζόταν δωρεάν με την μορφή φέιγκ - βολάν και που κυκλοφορούσαν κάθε φορά που χρειαζόταν να δημοσιεύσουν κρατικές προκηρύξεις - διακηρύξεις για να εισπράξουν τα κονδύλια και να κολακέψουν τους τότε τοπικούς άρχοντες. Αυτή ήταν η τακτική της επιβίωσής τους και ο λόγος της ύπαρξής τους. Στην κορυφή όλων αυτών βρισκόταν η εφημερίδα "Πρωία" του Αποστόλου Αντωνιάδη η οποία και ήταν μια εφημερίδα του κατεστημένου της Κομοτηνής, η εφημερίδα του δημάρχου, του νομάρχη και του γενικού διοικητού Θράκης.
Εκτός από την "Πρωία" του Αντωνιάδη υπήρχαν και άλλοι δημοσιογράφοι που έβγαζαν περιστασιακά τις εφημερίδες τους όπως ο Καρακατσέλης, ο Ντίνος Ιωαννίδης, ο Χρήστος και ο Μαρίνος Χατζημιχάλης που βγάζανε την "Ελεύθερη Σκέψη" που αργότερη την ανέλαβε η κόρη του Μαρίνου η Τασούλα Χατζημιχάλη, αργότερα βγήκε και η "Φωνή της Ροδόπης" του Καραγιάννη ενώ προϋπήρχε και η "Πρόοδος" του Παριανού η οποία ήταν η μόνη δυναμική εφημερίδα της εποχής η οποία είχε ρίξει γροθιά στο μαχαίρι στο θέμα του μειονοτικού. Ήταν η εφημερίδα η οποία ξεκίνησε έναν ανένδοτο αγώνα κατά της πολιτικής της Αθήνας στο θέμα του μειονοτικού και στην οποία αρθρογραφούσε τότε ο αείμνηστος Αθανάσιος Αθανασιάδης, ένα φωτισμένο μυαλό, μια πολύ δυνατή πένα.
Τότε λοιπόν, με αυτά τα δεδομένα και αυτά τα μέσα ήταν όχι αδιανόητο αλλά απλώς τρελό να διανοηθεί κανείς πως θα μπορούσε να βγάλει καθημερινή εφημερίδα στην Κομοτηνή. Παρ' όλα αυτά όλοι οι Κομοτηναίοι ήξεραν πως η πόλη έπασχε στον τομέα των εφημερίδων και όλοι καταλάβαιναν την έλλειψη αυτή. Το μεγαλύτερο κακό όμως για την έκδοση καθημερινή εφημερίδας στην Κομοτηνή ήταν το γεγονός πως όλες οι προϋπάρχουσες φυλλάδες μοιραζόταν δωρεάν υπό την μορφή διαφημιστικών εντύπων φέιγκ - βολάν και για να μπορούσε κάποιος να επιβιώσει θα έπρεπε κι αυτός είτε να κάνει το ίδιο είτε να παρουσιάσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δουλειά ώστε να πείσει το κοινό, το οποίο είχε συνηθίσει να παίρνει όλες τις εφημερίδες της Κομοτηνή στο "τσάμπα", να την αγοράσει και να την στηρίξει.
ΤΟ ΤΟΛΜΗΜΑ
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1964 αποφάσισα έπειτα από πάρα πολύ σκέψη να κάνω το τόλμημα και να εκδώσω την πρώτη καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής. Αυτό δημιούργησε τρομερές αντιδράσεις από τους ανθρώπους του κατεστημένου οι οποίοι στην κυριολεξία έπεσαν επάνω μου να με "φάνε"! Είδαν όλοι αμέσως να δημιουργείτε μια εφημερίδα η οποία αυτομάτως τους αφαιρούσε όλα τα μέχρι τότε δικαιώματα που είχαν. Τα δικαιώματα αυτά ήταν οι κάθε λογής δημοπρασίες, δημοσιεύσεις, προκηρύξεις κλπ τα οποία μέχρι τότε μοιραζόταν και δημοσίευαν κατ' αποκλειστικότητα στα δικά τους έντυπα με πρώτο και καλύτερο τον Αντωνιάδη.
Όλα αυτά αυτομάτως θα έπρεπε να πάνε σε μια καθημερινή εφημερίδα όπως ήταν ο "Χρόνος" διότι έτσι όριζε ο νόμος. Αυτοί οι άνθρωποι ακολούθησαν όλες τις τακτικές για να σβήσουν την εφημερίδα. Το άλλο δύσκολο ήταν να πείσω το κοινό της πόλης να πληρώσει για να διαβάσει μια εφημερίδα. Αλλά και σ' αυτό τον τομέα πιστεύω πως τα κατάφερα αρκετά καλά από την αρχή. Προσπάθησα να δημοσιεύω ειδήσεις τοπικές οι οποίες θα ελκύσουν τον αναγνώστη και θα τον κάνουν να την ζητήσει. Κάθε ημέρα σφυγμομετρούσα (και σφυγμομετρώ ακόμη) την γνώμη του κόσμου, προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει, ποιο πρόβλημα τον απασχολεί.
Ο "Χρόνος" στα πρώτα του βήματα δεν ήταν μια μεγάλη σε έκταση εφημερίδα, το αντίθετο μάλιστα. Ήταν όμως εξ' αρχής μια μαχητική και δυναμική εφημερίδα η οποία ανακάτεψε τα λιμνάζοντα νερά στην Κομοτηνή. Τόλμησε να βάλει βαθιά το νυστέρι στο θέμα του μειονοτικού το οποίο μέχρι τότε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, στις τοπικές εφημερίδες αποτελούσε απαγορευμένο θέμα. Υπήρχε η θλιβερή τακτική, όλοι οι πολιτευτές να πηγαίνουν στο προξενείο, να προσφέρουν "γη και ύδωρ" και να εκλέγονται συνεχώς για δεκάδες χρόνια χάρις στην κατευθυνόμενη ψήφο της μειονότητας. Την άθλια αυτή τακτική δυστυχώς ακολούθησαν όλοι οι τότε τοπικοί "άρχοντες" όπως ο δήμαρχος Μπλέτσας ο οποίος για πάνω από 2 δεκαετίες ήταν δήμαρχος Κομοτηνής χάρις στη μουσουλμανική ψήφο και ο οποίος για το λόγο αυτό πολεμήθηκε πάρα πολύ από το χριστιανικό στοιχείο. Φυσικά δεν ήταν ο μόνος, την ίδια τακτική ακολουθούσαν και όλοι οι τότε αιρετοί, οι οποίοι μέσα στην απερισκεψία τους τα έδιναν όλα προκειμένου να γίνουν ισοβίως δήμαρχοι, βουλευτές κλπ.
Πάνω στο θέμα αυτό η εφημερίδα έδωσε μια πραγματική μάχη. Ο κόσμος άρχισε ξαφνικά να ανοίγει τα μάτια του και να καταλαβαίνει πως εδώ κάτι συμβαίνει. Ο δήμαρχος Μπλέτσας, ο βουλευτής Σιανίδης, αργότερα και ο δήμαρχος Στογιανίδης, όλοι αυτοί δεν ήταν οι αγαπητοί του λαού, όπως ήθελαν να τους παρουσιάζουν, αλλά απλώς είχαν βρει τον τρόπο να εκλέγονται. Ο Στογιανίδης παραλίγο να ακολουθήσει κι αυτός τη ίδια τακτική όταν πήγε μαζί με τον τότε βουλευτή Σιανίδη στο προξενείο και έπειτα από τις δέουσες παραχωρήσεις συσπειρώθηκε ο μουσουλμανικός πληθυσμός για να τον εκλέξει. Αυτό όμως βρήκε αντίθετο το χριστιανικό πληθυσμό της περιοχή και το "Χρόνο" ο οποίος πρωτοστάτησε σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, με αποκλεισμό της κεντρικής πλατείας, πορείες με μαύρες σημαίες, αποκλεισμό της πόλης οδικά και σιδηροδρομικά κλπ. Τότε δόθηκε και το έναυσμα για να καταλάβει η Αθήνα πως κάτι δεν πάει καλά με αυτή την υπόθεση της κατευθυνόμενης ψήφου της μειονότητας.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν ενημέρωναν την Αθήνα πως ο "Χρόνος δημιουργεί πρόβλημα στην περιοχή και οι εντολή που έρχονταν από κάτω ήταν μία: ο "Χρόνος" να κλείσει. Εδώ δόθηκε και η μεγαλύτερη μάχη του "Χρόνου". Το κοινό όλα αυτά τα παρακολουθούσε διότι το κάθε τι, η κάθε κίνηση δημοσιευόταν. Ο πόλεμος γινόταν με κάθε μορφή, οικονομικός αλλά και με δικαστήρια. Ο δήμαρχος και ο νομάρχης, παρανόμως, δεν μου δίνανε δημοσιεύματα. Αυτό βέβαια εμένα με πείσμωνε περισσότερο. Είχα όμως την τύχη να έχω δίπλα μου πολύ καλούς συνεργάτες, νέοι στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι μου συμπαραστάθηκαν σε όλη αυτή την δύσκολη πορεία. Ο "Χρόνος" τελικά έγινε η πρώτη εφημερίδα την οποία αγόρασαν οι Κομοτηναίοι. Έγινε το Α και τα Ω στην πολιτική ζωή του τόπου.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΕΣ
Προ της δικτατορίας η εφημερίδα ήταν καθαρά "Ανδεοπαπανδεϊκή". Υπήρξα πολύ στενός προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, επί σειρά ετών διοργάνωνα τις εδώ επισκέψεις και φιέστες του, τον φιλοξενούσα. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει πως όταν θα έβγαινε στην κυβέρνηση θα πρόσεχε ιδιαίτερα το "Χρόνο". Και το έκανε… Η δικτατορία με βρήκε με τη σημαία του Παπανδρέου και η περίοδος εκείνη ήταν πραγματικά δύσκολη. Διώξεις, απειλές και στρατοδικεία ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα. Από την αρχή η δικτατορία είχε μοιράσει καταστατικό χάρτη βάση του οποίου θα έπρεπε να εκδίδονται όλες οι εφημερίδες. Κάθε βράδυ θα έπρεπε να προσκομίσουμε όλα τα κείμενα για λογοκρισία έτσι ώστε να μπορούν να δημοσιευθούν την επόμενη ημέρα. Τη λογοκρισία έκανε μια τριμελής επιτροπή, ένας στρατιωτικός, ένας αστυνομικός και ένα πολιτικό πρόσωπο το οποίο συνήθως ήταν άνθρωπος του εκάστοτε νομάρχη της δικτατορίας.
Στη Ροδόπη στη θέση αυτή εναλλάχθηκαν διαδοχικά ο Χατζημιχάλης, ο Δημήτρης Πανόπουλος, και περιστασιακά ο Κων. Καρακατσέλης και διάφορα παρόμοια άτομα τα οποία ακολουθούσαν την γνωστή τακτική του "έρποντας και γλύφοντας". Ακολουθώντας λοιπόν την εντολή της Αθήνας "κλείστε το Χρόνο" οι εκάστοτε επιτροπές μας ταλαιπωρούσαν αφάνταστα για τον παραμικρό λόγο αρνούμενες να λογοκρίνουν και συνεπώς να δώσουν άδεια κυκλοφορίας του συγκεκριμένου φύλλου. Έχω μάλιστα καταδικαστεί σε 6μηνη φυλάκιση από το τότε στρατοδικείο Αλεξανδρούπολης για παράβαση στρατιωτική εντολής και έκδοση αλογόκριτης εφημερίδας όταν αγνόησα παρόμοια εντολή των αρχών της δικτατορίας. Δεν έπαψα όμως ποτέ να πιστεύω πως θα έρθει κάποτε η ώρα που ο τόπος θα απαλλαγεί από όλη αυτή την κατάσταση, όλη αυτή τη σαβούρα.
Κάποτε λοιπόν ήρθε η δημοκρατία και ο Καραμανλής ο οποίος στην περιοχή τοποθέτησε ως νομάρχη τον Φωτέα ο οποίος με τη σειρά του ακολούθησε τα βήματα των παλαιοτέρων προκατόχων του. Έδινε κατευθύνσεις στους υποψηφίους βουλευτές και δημάρχους να επισκεφθούν το τουρκικό προξενείο για τα δέοντα, έκανε τις εισηγήσεις του στην Αθήνα όπως βόλευε εκείνον και έτσι δεν άργησε να φτάσει η ώρα της σύγκρουσης και με αυτόν. Η κατάσταση και εκείνη την εποχή ήταν ακριβώς η ίδια, τίποτε δεν είχε στην ουσία αλλάξει.
Έπειτα ήρθε η εποχή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και μαζί και η στιγμή που νόμισα πως επιτέλους είχα δικαιωθεί. Δυστυχώς όμως τα πράγματα ούτε και τότε δεν διορθώθηκαν. Είδα παλιούς μου συνεργάτες που ήταν μαζί μου από την πρώτη ημέρα, για λόγους προσωπικής φιλοδοξίας να με εγκαταλείπουν, να αποκτούν διάφορα αξιώματα μέσα στο κόμμα και τελικά να γίνονται οι χειρότεροι εχθροί μου και να μετατρέπουν με τον τρόπο τους το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε αμείλικτο εχθρό μου. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μου συμπεριφέρθηκε πολύ χειρότερα από την δικτατορία και αυτό είναι ένα μάθημα προς όλους για να καταλάβουν πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως φαίνονται.
Από το 1981 και μετά ο χειρότερος εφιάλτης του "Χρόνου" ήταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο "Χρόνος". Όλες αυτές οι ενέργειες εναντίον μου με πείσμωναν περισσότερο και μου δίνανε δύναμη για να συνεχίσω. Δεν έγινε ατασθαλία, κομπίνα και βρομιά αυτών των βρώμικων ανθρώπων που από τη μία στιγμή στην άλλη βρέθηκαν από το δρόμο και το πεζοδρόμιο στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. (άνθρωποι της αλητείας και της απάτης οι περισσότεροι που βρέθηκαν στο κόμμα τυχοδιωκτικά) που να μη δημοσιευθεί και καταγγελθεί. Η πρώτη επίσημη ανακοίνωση που έβγαλε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην περιοχή ήταν ένα κείμενο που ανέφερε πως ο "Χρόνος" δεν εκπροσωπεί πια το κόμμα. Η ανακοίνωση αυτή είναι ιστορική και δημοσιεύθηκε στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας που κυκλοφόρησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το "Ελεύθερο Βήμα" το οποίο μετέπειτα δόθηκε σε Κομοτηναίο επιχειρηματία ο οποίος και ευνοήθηκε σκανδαλωδώς από το κόμμα. Τα γραφεία του "Χρόνου" λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν, κάηκαν αρκετές φορές από αυτούς τους τραμπούκους οι οποίοι ήθελαν να κλείσουν την μόνη ελεύθερη φωνή που υπήρχε τότε. Τελικά όμως δεν τα κατάφεραν και είμαστε ακόμη εδώ. Και θα είμαστε για πολύ καιρό ακόμη...
Η ΘΥΣΙΑ
Από την ημέρα που βγήκε η εφημερίδα και για τα πρώτα 30 χρόνια ήμουν συνεχώς κλεισμένος μέσα στα γραφεία. Απαρνήθηκα τα πάντα, έζησα σαν ερημίτης και για όλο αυτό τον καιρό δούλεψα σκληρά και αγωνίστηκα για να φτάσει ο "Χρόνος" εκεί που έφτασε. Για δεκαετίες ολόκληρες η ζωή μου περνούσε μέσα στο "Χρόνο": ύπνος, φαί, δουλειά ακόμη και γυναικοδουλειές, όλα αυτά συμβαίνανε στο χώρο εργασίας μου. Βρισκόμουν κατά κάποιο τρόπο σε κατ' οίκον περιορισμό. Ο "Χρόνος" ήταν για εμένα η προσωπική θυσία της ζωής μου. Είναι πολύ μεγάλη η χαρά μου να βλέπω, έπειτα από πολλά χρόνια, το "Χρόνο" να καταξιώνεται και να αποκτά τη θέση που του αξίζει.
ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕ
Ο "Χρόνος", η πρώτη καθημερινή εφημερίδα που κατάφερε να κάνει τους Κομοτηναίους να πληρώνουν για να διαβάζουν την εφημερίδα τους, έχει σήμερα 3.000 συνδρομητές από τους οποίους οι 1.700 μέσα στην Κομοτηνή. Ο αριθμός αυτός είναι εξωπραγματικός ακόμα και για πασίγνωστες αθηναϊκές εφημερίδες. Το διάβασμα του "Χρόνου" είναι πλέον καθημερινή συνήθεια για πολλούς, όπως ο πρωινός καφές τους. Αν για μια ημέρα δεν συμβεί η έκδοση της εφημερίδας τα τηλέφωνα σπάζουν ενώ αν κάποιος κλέψει την εφημερίδα από το γραμματοκιβώτιο κάποιου συνδρομητή χαλάει ο κόσμος. Υπάρχει δικτύωση με όλα τα ελληνικά και βαλκανικά πρακτορεία ειδήσεων ενώ οι αναγνώστες που κατοικούν στις πέντε γωνιές του πλανήτη περιμένουν με ανυπομονησία να πιάσουν στα χέρια το κάθε φύλλο το οποίο αποτελεί γι αυτούς μια ζωντανή επαφή με τα πράγματα της πατρίδας τους. Ακολουθεί η δημιουργία σελίδας στο παγκόσμιο δίκτυο Internet η οποία θα διευκολύνει ακόμη περισσότερο την επαφή και έπεται συνέχεια.
Όλα αυτά ο "Χρόνος" τα κατάφερε διότι ακολούθησε μια σταθερή γραμμή και μια σωστή φιλοσοφία. Και αυτή τη γραμμή και φιλοσοφία θα συνεχίσει να ακολουθεί για όσα χρόνια θα υπάρχει. Η ευχή μας είναι τα χρόνια αυτά να είναι όσο το δυνατόν περισσότερα...